Ρωσο-ουκρανικός πόλεμος και ελληνική εξωτερική πολιτική.

 

Του Άρη Πετράκη

2-2-2023

 

O πόλεμος που ξεκίνησε το 2022 με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία συνεχίζεται μέχρι σήμερα και διαρκώς αλλάζει μορφή. Πλέον έχει γίνει πασιφανές αυτό που αρκετοί υποστήριξαν από την πρώτη στιγμή, ότι δηλαδή πρόκειται για πόλεμο δι’ αντιπροσώπων (proxy war) μεταξύ Δύσης (ΝΑΤΟ και ΕΕ) και Ρωσίας. Η Ουκρανία αποτελεί κράτος υπό ένταξη στην ΕΕ και προπύργιο του ΝΑΤΟ στην περιοχή νότια της Ρωσίας. Ενώ εμφανίζεται ως πρωταγωνιστής του πολέμου, όλοι γνωρίζουν ότι στην ουσία είναι ένα αμερικανικό προτεκτοράτο που θα είχε ηττηθεί προ πολλού αν δεν είχε την συνεχή υποστήριξη της Δύσης. Τα κράτη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, προκειμένου να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς (αποδυνάμωση της Ρωσίας, προσεταιρισμός-εξάρτηση της Ουκρανίας) αποστέλλουν πολεμικό υλικό, εκπαιδεύουν τον ουκρανικό στρατό και πιθανώς συμμετέχουν άμεσα στις επιχειρήσεις μέσω «μισθοφόρων» και «εθελοντών». Το ίδιο ισχύει και από την πλευρά της Ρωσίας, που ενισχύεται από μισθοφόρους (π.χ. Wagner) και μονάδες εθελοντών (π.χ. Τσετσένοι), για να κατορθώσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες του πολέμου. Παρότι μέχρι σήμερα επίσημα δεν έχει εμπλακεί άλλο κράτος άμεσα στον πόλεμο Ουκρανίας-Ρωσίας, ώστε αυτός να χαρακτηριστεί πολυεθνικός, τίποτα δεν αποκλείει την κλιμάκωσή του μέσω της επίσημης κήρυξης πολέμου της Ρωσίας σε τρίτα κράτη ή το αντίστροφο. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένο Ευρωπαϊκό αν όχι παγκόσμιο πόλεμο.

Η Ελλάδα έχει εμπλακεί έμμεσα στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο αποστέλλοντας πολεμικό υλικό στην Ουκρανία, όπως και πολλά άλλα κράτη. Σε διάφορες ιστοσελίδες διαβάζουμε ότι η Ελλάδα έχει στείλει τεθωρακισμένα οχήματα, όπλα και πυρομαχικά κατασκευής πρώην ανατολικού μπλοκ ενώ προ ολίγων ημερών ζητήθηκε η αποστολή αρμάτων μάχης Leopard. Η Ελλάδα ενεπλάκη αναγκαστικά στον πόλεμο, λόγω της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, καθόσον δεν υπάρχει πραγματικά ανεξάρτητη κυβέρνηση που θα μπορούσε να χαράξει δική της εξωτερική πολιτική - πιθανώς διαφορετική από αυτή που ακολουθεί - και η εμπλοκή της δικαιολογήθηκε εκ των υστέρων με το ρητό «είμαστε στην σωστή πλευρά της ιστορίας». Το γεγονός ότι η Ελλάδα υποχρεώνεται να αποστέλλει οπλικά συστήματα στην Ουκρανία, κατ’ εντολή του ΝΑΤΟ, αποδεικνύει ότι αυτά δεν της ανήκουν εξ ολοκλήρου αλλά μάλλον της έχουν παραχωρηθεί με τον ίδιο τρόπο που μία ιδιωτική επιχείρηση αποκτά αυτοκίνητα με leasing. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για την αποστολή πυραύλων Patriot στη Σαουδική Αραβία κατόπιν εντολής των Αμερικανών, που παρουσιάστηκε από τα ΜΜΕ ως επιτυχημένη στρατηγική κίνηση της ελληνικής κυβέρνησης.

Όσα προανέφερα έχουν σκοπό να καταδείξουν ότι η Ελλάδα αποτελεί μία εξαρτημένη χώρα, από τους «συμμάχους» της στο ΝΑΤΟ και από τους «εταίρους» της στην ΕΕ, από την οποία δεν θα έπρεπε κανείς να αναμένει οποιαδήποτε αντίδραση στις αποφάσεις τους. Η επιλογή να ταχθεί η Ελλάδα στο πλευρό της Ουκρανίας ήταν επιλογή τρίτων και όχι της ελληνικής κυβέρνησης. Η μόνη απόφαση,  κατά τη γνώμη μου, που αφέθηκε να λάβει η ελληνική κυβέρνηση είναι η επικοινωνιακή διαχείριση της απόφασης στο εσωτερικό της. Το αν συμφέρον της Ελλάδας ήταν να ταχθεί με την πλευρά των Ουκρανών ή των Ρώσων ή αν θα έπρεπε να τηρήσει ουδετερότητα δεν μπορεί κανείς να το προδικάσει. Είναι κάτι που ίσως αποκαλυφθεί μετά από αρκετά χρόνια. Όμως, οι μεσσιανικές φράσεις του τύπου «είμαστε στην σωστή πλευρά της ιστορίας» προφανώς και δεν πείθουν όποιον μελετά την ιστορία και τις διεθνείς σχέσεις.

Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να ευνοεί την Ελλάδα. Η αποστολή οπλικών συστημάτων στην Ουκρανία έχει αποδυναμώσει σε κάποιον βαθμό την άμυνά της διότι αυτά τα οπλικά συστήματα δεν αντικαταστάθηκαν με άλλα, παρά τις υποσχέσεις των συμμάχων. Είναι ευθύνη της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να ανακτήσει άμεσα την ισχύ που απώλεσε η Ελλάδα. Τυχόν εγγυήσεις από συμμάχους ότι θα εξασφαλίσουν την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας σε περίπτωση επίθεσης από  την Τουρκία δεν θα πρέπει να οδηγούν σε εφησυχασμό γιατί αφενός το ΝΑΤΟ τηρεί ουδετερότητα σε διενέξεις μεταξύ των μελών του (βλ. Κύπρος, Ίμια) αφετέρου σε περίπτωση γενίκευσης του ρωσο-ουκρανικού πολέμου το κάθε κράτος θα επιλέξει πρώτα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και έπειτα τους συμμάχους του, αν έχει διαθέσιμες δυνάμεις. Περαιτέρω λαμβάνοντας θέση υπέρ της Ουκρανίας η Ελλάδα διατάραξε τις σχέσεις της με τη Ρωσία, με δυσμενή αποτελέσματα κυρίως στην οικονομία (εμπόριο, τουρισμός κλπ). Αντίθετα, η Τουρκία παρότι είναι μέλος του ΝΑΤΟ κράτησε ίσες αποστάσεις και κερδίζει από τον πόλεμο από κάθε πλευρά. Διατηρεί καλές σχέσεις και με τις δύο χώρες, συμμετέχει στην μεταφορά του ουκρανικού σιταριού, πωλεί drones στην Ουκρανία και ταυτόχρονα διευκολύνει το εμπόριο τη Ρωσίας αποκομίζοντας κέρδη. Επίσης διατηρεί ανοικτή μία πόρτα εξοπλισμών για την περίπτωση που οι ΗΠΑ της κλείσουν την πόρτα, έστω και προσωρινά.  

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για ακόμα μία φορά η Ελλάδα είναι πιθανό να βγει χαμένη από τις «επιλογές» της, παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης. Αν δεν αποκτήσουμε πραγματική εθνική ανεξαρτησία, το αν θα είμαστε κάθε φορά κερδισμένοι ή χαμένοι σε διεθνές επίπεδο θα εξαρτάται από τις επιλογές τρίτων. Ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική μπορεί να ασκηθεί μόνο από μία ανεξάρτητη κυβέρνηση κι αυτή δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά εθνικιστική.  

 

Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.