Απόπειρα πολιτικού «ξεπλύματος» της κυβέρνησης της Ν.Δ. για τη μη καταγγελία της Συμφωνίας των Πρεσπών.

 

Του Χρήστου Μπίσδα

3-7-2023

 

Πριν λίγες ημέρες έπεσε στα χέρια μου το τεύχος 106 του περιοδικού «Ελληνικό Παρατηρητήριο», που εκδίδεται από την «Ομάδα 21 Μακεδονίας-Θράκης». Από τα άρθρα του περιοδικού μου τράβηξαν την προσοχή δύο που αναφέρονται στη συμφωνία των Πρεσπών. Το πρώτο, με τίτλο «“Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας” και συμφωνία των Πρεσπών», έχει γραφεί από τον Άγγελο Συρίγο και τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου, καθηγητές πανεπιστημίου, και το δεύτερο, με τίτλο «Μπορεί να καταγγελθεί η Συμφωνία των Πρεσπών;», έχει γραφεί από τον Αναστάσιο Βέντζιο, αξιωματικό του Νομικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων. Στα δύο άρθρα διατυπώνονται εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για το αν είναι δυνατό να καταγγελθεί η Συμφωνία των Πρεσπών από την Ελλάδα.

Συγκεκριμένα, ο Άγγελος Συρίγος και ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, με αφορμή την πρόσφατη αναγνώριση σωματείου με την επωνυμία «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα» και έδρα τη Φλώρινα, γράφουν τα εξής: «[…] στις αρχές του 2019, λίγο πριν από την κύρωση από τη Βουλή της συμφωνίας των Πρεσπών, στο βιβλίο μας “Η συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό”, είχαμε διατυπώσει και πάλι αυτήν ακριβώς τη θέση, τονίζοντας αυτό που έλεγαν και πολιτικές δυνάμεις τότε, ότι δηλαδή μετά την επικύρωση της συμφωνίας δεν υπήρχε τρόπος απεμπλοκής από αυτήν: θα δέσμευε τη χώρα, ανεξαρτήτως μελλοντικών κυβερνήσεων. Με τις ρυθμίσεις περί γλώσσας, θα είναι δυνατή η χρήση του όρου “μακεδονικός”, μέσα στο ελληνικό κράτος, για να δηλώσει κάτι μη ελληνικό. Είχαμε επίσης προειδοποιήσει ότι κάτι τέτοιο ήγειρε τον κίνδυνο ενός εθνικιστικού ξεσπάσματος μέσα στην ίδια την Ελλάδα»[1]. Στο τέλος του άρθρου καταλήγουν στο ότι: «Η συμφωνία, από τη στιγμή που επικυρώθηκε, δεν μπορεί να αλλάξει»[2].

Αντιθέτως, ο Αναστάσιος Βέντζιος, εξετάζοντας τη δυνατότητα καταγγελίας της Συμφωνίας των Πρεσπών βάσει του διεθνούς δικαίου - και ειδικότερα της Συνθήκης της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών - υποστηρίζει ότι είναι νομικά δυνατή. Γράφει, μεταξύ άλλων, ότι: «Το πιο στερεό επιχείρημα […] κρίνεται ότι παρέχεται βάσει του άρθρου 60 παρ. 1 της Σύμβασης της Βιέννης, στο οποίο ορίζεται ότι ουσιώδης παραβίαση διμερούς συνθήκης εκ μέρους ενός των μερών παρέχει το δικαίωμα στο έτερο μέρος να επικαλεσθεί την παραβίαση αυτή ως λόγο λήξεως ή αναστολής εφαρμογής της συνθήκης εν όλω ή εν μέρει. Βάσει της παραγράφου 3 του παραπάνω άρθρου, ως ουσιώδης παραβίαση της συνθήκης τυγχάνει η παραβίαση διάταξης ουσιώδους για την πραγματοποίηση του αντικειμένου ή του σκοπού της σύμβασης». Ο αρθρογράφος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: «τα Σκόπια έχουν προβεί, σε ανώτατο θεσμικό επίπεδο, σε ουσιώδεις παραβιάσεις της συμφωνίας των Πρεσπών, οι οποίες μας παρέχουν το δικαίωμα επίκλησής των, ως λόγο λήξεως ή αναστολής εφαρμογής της συνθήκης εν όλω ή εν μέρει.»[3].

Κατά τη γνώμη μου, η άποψη του Αναστάσιου Βέντζιου περί της δυνατότητας καταγγελίας της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι ορθή και νομικά τεκμηριωμένη. Στο ίδιο συμπέρασμα είχα καταλήξει σε άρθρο μου με τίτλο «Μόνο μία εθνικιστική κυβέρνηση μπορεί να ακυρώσει την Συμφωνία των Πρεσπών», που δημοσιεύθηκε το 2021 στην ιστοσελίδα του Κέντρου Φ[4]. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα: γιατί οι δύο καθηγητές πανεπιστημίου ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει τρόπος απεμπλοκής της Ελλάδας από τη Συμφωνία των Πρεσπών; Δεν έχουν υπ’ όψιν τους τη Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών; Προφανώς την έχουν - ειδικά ο Άγγελος Συρίγος, ως καθηγητής διεθνούς δικαίου - αλλά αποφεύγουν να αναφερθούν στις διατάξεις της διότι τότε θα ήταν αναγκασμένοι να προσχωρήσουν σε άποψη που δεν τους βολεύει πολιτικά. Έτσι, αντί να επικαλεστούν κανόνες του διεθνούς δικαίου για να στηρίξουν τη θέση τους, επικαλούνται απόψεις πολιτικών δυνάμεων που συμφωνούν με τη θέση τους. Παραλείπουν όμως να αναφέρουν ότι υπάρχουν όχι μόνο πολιτικές δυνάμεις αλλά και επιστήμονες (νομικοί, διεθνολόγοι κ.ά.), που διαφωνούν με τη θέση τους.

Περαιτέρω, για να «ξεπλύνουν» πολιτικά - και μάλιστα προκαταβολικά - την κυβέρνηση της Ν.Δ., στην οποία αμφότεροι πρόσκεινται, και οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση που θα εφαρμόσει και δεν θα καταγγείλει την Συμφωνία των Πρεσπών, σπεύδουν να ισχυριστούν ότι δεν υπάρχει δυνατότητα απεμπλοκής από τη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία δεσμεύει την Ελλάδα, ανεξαρτήτως μελλοντικών κυβερνήσεων. Εμμέσως δηλαδή κατηγορούν την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την υπογραφή και εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών και κάνουν τα στραβά μάτια για την κυβέρνηση της Ν.Δ. και όσες άλλες κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να την εφαρμόζουν.

Στην πραγματικότητα, οι δύο καθηγητές και γενικότερα τα στελέχη της Ν.Δ. γνωρίζουν ότι νομικά είναι δυνατή η καταγγελία της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως και κάθε συνθήκης, αλλά αποτελεί πολιτική απόφαση της κυβέρνησης της Ν.Δ. να μην την καταγγείλει. Δεν συμφέρει όμως την κυβέρνηση της Ν.Δ. να δηλώσει δημοσίως ότι ενώ μπορεί να την καταγγείλει δεν θα το κάνει, διότι αφενός θα «κάψει» το επιχείρημα ότι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τους έφερε προ τετελεσμένου αφετέρου το πολιτικό κόστος θα είναι τεράστιο για τη Ν.Δ.. Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο των δύο καθηγητών γράφηκε πριν από τις εκλογές του Ιουνίου 2023, επομένως είναι μία σοβαρή ένδειξη ότι η κυβέρνηση της Ν.Δ. και οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση συστημικών κομμάτων δεν πρόκειται να καταγγείλει την Συμφωνία των Πρεσπών. 

Το κερασάκι στην τούρτα αποτελεί η προειδοποίηση των δύο καθηγητών για τον κίνδυνο ενός εθνικιστικού ξεσπάσματος στην Ελλάδα. Δεν φαίνεται να τους ενοχλεί η εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας στα Σκόπια όσο η πιθανή άνοδος τους εθνικισμού στην Ελλάδα, λόγω της Συμφωνίας των Πρεσπών, που αποτελεί γι’ αυτούς κίνδυνο που πρέπει να αποτραπεί. Όπως φάνηκε από τις εκλογές του Ιουνίου 2023, οι προειδοποιήσεις των δύο καθηγητών δεν έπιασαν τόπο και υπήρξε εθνικιστικό ξέσπασμα, όπως το χαρακτηρίζουν, εξαιτίας και της στάσης των συστημικών κομμάτων στο Μακεδονικό ζήτημα.    

Η θέση των δύο καθηγητών - και γενικότερα όσων συνδέονται με συστημικά κόμματα - για τη Συμφωνία των Πρεσπών ήταν απόλυτα προβλέψιμη για τους εθνικιστές. Ήδη από το 2021 στην ιστοσελίδα του Κέντρου Φ έγραψα ότι: «Μέχρι σήμερα, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καθηγητές πανεπιστημίου και άλλοι “ειδήμονες” προσπαθούν να πείσουν τον ελληνικό λαό ότι δεν υπάρχει τρόπος ακύρωσης της Συμφωνίας των Πρεσπών. Μάλιστα, καραδοκούν να βρουν τον κατάλληλο πολιτικό χρόνο για να ψηφίσει η βουλή και τους εφαρμοστικούς νόμους της Συμφωνίας των Πρεσπών»[5]. Δεν μας κάνει καθόλου εντύπωση ότι η προπαγάνδα υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η δική μας θέση παραμένει ομοίως σταθερή και αταλάντευτη: «[…] καταγγελία της Συμφωνίας των Πρεσπών μπορεί να γίνει μόνο από αυτούς που δεν την ψήφισαν, ποτέ δεν την αποδέχθηκαν και πάντοτε θα αντιτίθενται στην παραχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας μας στα Σκόπια. Αυτοί είναι οι Έλληνες εθνικιστές, που στο ζήτημα αυτό εκφράζουν ξεκάθαρα το αίσθημα της συντριπτικής πλειονότητας του ελληνικού λαού»[6].

 

Πηγές:

- Συρίγος Άγγελος & Χατζηβασιλείου Ευάνθης, «”Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας” και συμφωνία των Πρεσπών», Ελληνικό Παρατηρητήριο, τ. 106 (Μάρτιος-Μάιος 2023), σελ. 16.

- Βέντζιος Αναστάσιος, «Μπορεί να καταγγελθεί η Συμφωνία των Πρεσπών;», Ελληνικό Παρατηρητήριο, τ. 106 (Μάρτιος-Μάιος 2023), σελ. 33-34.

- Μπίσδας Χρήστος, «Μόνο μία εθνικιστική κυβέρνηση μπορεί να ακυρώσει την Συμφωνία των Πρεσπών», Κέντρο Φ, 4-7-2021,

https://www.kentrofi.gr/αρθρα-μελετεσ-blog/μόνο-μία-εθνικιστική-κυβέρνηση-μπορεί-να-ακυρώσει-την-συμφωνία-των-πρεσπών

 

[1] Συρίγος Άγγελος & Χατζηβασιλείου Ευάνθης, «“Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας” και συμφωνία των Πρεσπών», Ελληνικό Παρατηρητήριο, τ. 106 (Μάρτιος-Μάιος 2023), σελ. 16.

[2] Συρίγος Άγγελος & Χατζηβασιλείου Ευάνθης, ό.π., σελ. 16.

[3] Βέντζιος Αναστάσιος, «Μπορεί να καταγγελθεί η Συμφωνία των Πρεσπών;», Ελληνικό Παρατηρητήριο, τ. 106 (Μάρτιος-Μάιος 2023), σελ. 34.

[4] Μπίσδας Χρήστος, «Μόνο μία εθνικιστική κυβέρνηση μπορεί να ακυρώσει την Συμφωνία των Πρεσπών», Κέντρο Φ, 4-7-2021.

[5] Μπίσδας Χρήστος, ό.π.

[6] Μπίσδας Χρήστος, ό.π.

 

Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.