Του Θεοχάρη Σιώζου

 

 

 

 

Σκοπός του παρόντος είναι να καταδείξει τη μοναδικότητα από πολιτειολογικής απόψεως του καθεστώτος του Μεταξά. Για να καταστεί αυτό δυνατό αφ’ ενός θα εξεταστούν τα χαρακτηριστικά του καθεστώτος, αφ’ ετέρου θα γίνει μια σύγκριση με καθεστώτα με τα οποία πολύ συχνά το συγκρίνουν, αλλά και, το ταυτίζουν (Χίτλερ, Μουσολίνι, καθεστώς του 1967). Η παράθεση κάποιων σημαντικοτάτων ιστορικών γεγονότων, μακριά από τη λογική της στείρας ιστορικής περιγραφής, θα βοηθήσει στην επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού.

 

 

Ο Μεταξάς εμφανίζεται στο κοινοβουλευτικό προσκήνιο στις 5 Μαρτίου του 1936,όταν και διορίζεται υπουργός Στρατιωτικών για να θέσει υπό τον έλεγχό του την αστυνομία και τους αντιβενιζελικούς αξιωματικούς[1] (ηγείτο του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων ,το οποίο στη Βουλή το 1936 κατείχε 7 έδρες). Στις 14 Μαρτίου ορκίζεται η κυβέρνηση Δεμερτζή, με το Μεταξά στο προαναφερθέν υπουργείο, μέχρι που αίφνης αποβιώνει ο πρωθυπουργός Δεμερτζής (13 Απριλίου) και αναλαμβάνει ο Μεταξάς τον πρωθυπουργικό θώκο. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι σε εκείνη τη Βουλή οι Αντιβενιζελικοί κατείχαν 143 έδρες και οι Βενιζελικοί 141, γεγονός που κατέστησε τη συγκρότηση κυβερνήσεως πολύ δύσκολη. Παρότι ο Μεταξάς ήταν γνωστός Αντιβενιζελικός με αντικοινοβουλευτικές τάσεις, εξασφάλισε ψήφο εμπιστοσύνης από 243 βουλευτές, δηλαδή όχι μόνο από βουλευτές του ιδεολογικού του ¨στρατοπέδου¨, αλλά και από αρκετούς Βενιζελικούς.

Εδώ, από πολιτειολογικής απόψεως, βρίσκεται κάτι μοναδικό. Ο Μεταξάς όχι μόνο εξασφάλισε ευρυτάτη ψήφο εμπιστοσύνης, αλλά και ψήφο εξουσιοδοτήσεως[2].                                                                                                   

Έτσι φαίνεται ότι η κατάλυση της Δημοκρατίας στις 4 Αυγούστου του 1936 είχε νομιμοποιηθεί από τους νομίμους αντιπροσώπους του Έθνους, τους βουλευτές. Είχε δοθεί ¨λευκή επιταγή¨ στο Μεταξά, και αυτός απλά έκανε χρήση του δικαιώματός του. Όπως σημειώνει ο ίδιος[3],παρά το γεγονός ότι το κυβερνητικό πρόγραμμα που έφερε προς ψήφιση ¨είχε ορίζοντα δεκαετίας¨ κατά κάποιους βουλευτές, υπερψηφίσθηκε.                                                                       

Γίνεται ευθύς αμέσως κατανοητό πως δεν μπορούμε να αναφερόμαστε στη διακυβέρνηση του Μεταξά ,από τις 4 Αυγούστου του 1936 μέχρι και το θάνατό του στις 29 Ιανουαρίου του 1941, σε δικτατορία. Ο όρος Πραξικόπημα είναι δόκιμος: Πραξικόπημα, στην Πολιτειολογία θεωρείται η Επανάσταση η οποία συντελείται εκ των άνω, και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είχε ως πρωτεργάτες τον πολιτικό Ι. Μεταξά και το Βασιλιά Γεώργιο Β΄. Λαμβανομένων υπ’ όψιν των γενικοτέρων συνθηκών που επικρατούσαν τότε (ο διαφαινόμενος πόλεμος), το καθεστώς ,θα ήταν δυνατό να ειπωθεί, ότι προσιδιάζει στην Αισυμνητεία. Θα ταίριαζε δε και ο χαρακτηρισμός Πεφωτισμένη Δεσποτεία, σύμφωνα με το μελετητή του Μεταξά, Π. Βατικιώτη[4].

Το καθεστώς οφείλει την ύπαρξή του στο Γεώργιο Β’, δίχως τη σύμφωνη γνώμη(και υπογραφή) του οποίου ουδέποτε θα επεβάλλετο. Φορέας της εξουσίας λοιπόν πλην του εμπνευστή του καθεστώτος, Ι. Μεταξά, ήταν και ο Βασιλιάς. Η σύγκριση με άλλα ¨παρεμφερή¨ καθεστώτα (ο προσδιορισμός χρησιμοποιείται συμβατικά και για την οικονομία του παρόντος) της εποχής δείχνει μια βασική διαφορά: στην Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία και στη Φασιστική Ιταλία οι ηγέτες δε μοιράζονταν με κανένα θεσμό την εξουσία τους. Διανομή της εξουσίας σε περισσότερα του ενός πρόσωπα δεν έχουμε ούτε στην Ελλάδα του 1967-1974, όπου παρά την ύπαρξη της Συμβουλευτικής Επιτροπής και της Επαναστατικής Επιτροπής, τον τελευταίο λόγο πάντοτε είχε ο Γ. Παπαδόπουλος. Η εξουσία του Μεταξά οπότε δεν ήταν απόλυτη και αδιαμφισβήτητη, καθώς, π.χ.,  παρά το γεγονός ότι δεν εκφράστηκε ανοιχτά, υπήρχε εξ αρχής μια υποβόσκουσα διαφωνία των δύο φορέων της εξουσίας σχετικά με τη μονιμότητα ή την παροδικότητα του καθεστώτος.                                                                                   

Σύμφωνα δε με τον καθηγητή Δ. Κιτσίκη[5], ο Γεώργιος Β΄ είχε ¨εκλέξει¨ το Μεταξά, ενώ μπορούσε να τον αντικαταστήσει σε οποιαδήποτε στιγμή( ο σχηματισμός Οικουμενικής κυβερνήσεως είχε προταθεί από το Θ. Σοφούλη, αλλά ο Γεώργιος Β΄ αρνήθηκε).

Κάνοντας μια σύνδεση με την προηγούμενη παράγραφο, πρέπει να αναφερθεί ότι ο Μεταξάς αρνήθηκε να δεχτεί πολιτικούς στην Κυβέρνησή του, παρά τις πιέσεις του Βασιλιά, επιλέγοντας ειδικούς για το κάθε υπουργείο , τεχνοκράτες θα λέγαμε σήμερα (διόρισε υφυπουργό Εργασίας τον αριστερό συνδικαλιστή Αρ. Δημητράτο[6]), καθώς δεν είχε τη στήριξη κάποιου κόμματος και ήθελε να έχει την πιο άμεση δυνατή επαφή με την κοινωνία. Εδώ βρίσκεται μια επίσης τεράστια διαφορά με τα ¨παρεμφερή¨ καθεστώτα: ο Μεταξάς δεν ταύτισε το κράτος με το κόμμα του, όπως ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι. Ο Μεταξάς ήθελε να δίνει υπερκομματική εντύπωση, εξ ου και η πρόταση για ανάληψη της Αντιπροεδρίας της κυβερνήσεως (υπό όρους) στο Σ. Βενιζέλο[7]  το Μάιο-Ιούνιο του 1936,η παράλληλη δίωξη ακραίων αντιβενιζελικών και κομμουνιστών.                                                                                  

Η 4η Αυγούστου δεν είχε κοινωνική βάση και λαϊκή απήχηση, γι’ αυτό και δόθηκε μεγάλο βάρος από το Μεταξά στο ¨καμάρι¨  του, την ΕΟΝ. Μέσω της ΕΟΝ ο Μεταξάς καλλιέργησε το πατερναλιστικό ¨πρόσωπό¨ του. Ο οικειοθελής χαρακτήρας της εισόδου και η αυτονομία της ΕΟΝ που διεκήρυττε ο Μεταξάς, δεν ισχύουν: ο αρχηγός της ΕΟΝ και το πρόγραμμα Σπουδών είχαν καθεστωτική προέλευση, ενώ οι νέοι εδέχοντο πιέσεις και προνόμια για να ενταχθούν[8].Η ΕΟΝ πάντως, πέρα από την ηθική, σωματική ανάπλαση, είχε έναν πρακτικό στόχο σε βάθος χρόνου: τη δημιουργία ενός δεύτερου στρατού των μετόπισθεν[9] για το ενδεχόμενο κατοχής κατά τον επερχόμενο πόλεμο. Η ΕΟΝ ήταν, κατά τρόπο εξώφθαλμο, ένα στοιχείο φασιστικής εμπνεύσεως και θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τη Χιτλερική Νεολαία ή την Μπαλίλα της Ιταλίας (κώδικας ενδυμασίας, χαιρετισμός κλπ). 

Ο Μεταξάς στηρίχθηκε για την επιβολή του στις αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες τα προηγούμενα χρόνια (κυρίως στις κυβερνήσεις Ε. Βενιζέλου) είχαν ασκηθεί στη δίωξη κομμουνιστών, επιδιώκοντας παράλληλα την αποπολιτικοποίηση του Στρατού (καταρρίπτοντας έτσι την ευρέως διαδεδομένη άποψη που θέλει το Μεταξικό καθεστώς να είναι στρατιωτικό).Υπό τη διοίκηση του Μανιαδάκη, τα πάσης φύσεως τμήματα της Αστυνομίας (πλην της αγροφυλακής) ενισχύθηκαν ποσοτικά, και μερικά εξ αυτών και ποιοτικά[10], βελτιώνοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της Αστυνομίας και επιβεβαιώνοντας το χαρακτηρισμό του ¨Αστυνομοκρατουμένου¨ καθεστώτος. Καθώς η Αστυνομία ήταν το μόνο σημαντικό του έρεισμα, ο Μεταξάς βελτίωσε τους μισθούς, τις συντάξεις  κλπ. των αστυνομικών, αλλά όχι μόνο: θέλοντας να ενισχύσουν το κύρος και την πνευματική καλλιέργεια της Αστυνομίας, Μεταξάς και Μανιαδάκης προέβησαν στη μεταρρύθμιση των σχολών εκπαιδεύσεως της Αστυνομίας (πρόγραμμα σπουδών κλπ)[11]. Το καθεστώς έβλεπε την Αστυνομία ως μέσο για την αναμόρφωση της δημόσιας ηθικής και των κοινωνικών αξιών, όμως η βίαιη και καταπιεστική αστυνόμευση, ο ανηλεής πολιτικός διωγμός, η στενή επιτήρηση και ο έλεγχος αφ’ ενός κατέστησαν αντιδημοφιλή την Αστυνομία, αφ’ ετέρου υπονόμευσαν τους σκοπούς της και την όποια ηθική επιρροή του καθεστώτος.                                                               

Στο Στρατό  ο Μεταξάς δεν έχαιρε της ίδιας αξιοπιστίας όπως στην Αστυνομία, αντιθέτως στις τάξεις του Στρατού επικρατούσε μια δυσφορία, ακριβώς λόγω του ¨υποβιβασμού¨ της σημασίας του τελευταίου στο καθεστώς έναντι της Αστυνομίας. Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνουν οι συνωμοσίες που έγιναν στο Στρατό εναντίον του Μεταξά. Η υπόγεια κόντρα μεταξύ Γεωργίου Β΄ και Μεταξά ίσως να συνέβαλε στην υποκίνηση τέτοιων ραδιουργιών κατά του καθεστώτος από ακραιφνείς βασιλικούς αξιωματικούς. Είναι εμφανής σ΄ αυτό το σημείο η διαφορά με τα ¨παρεμφερή¨ καθεστώτα, όπου ο Στρατός ήταν ο κύριος μοχλός τους ˙ περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί πως παρότι πρώην στρατιωτικός ο Μεταξάς δεν εμφανιζόταν ποτέ με στρατιωτική ενδυμασία, εν αντιθέσει με τους Χίτλερ και Μουσολίνι, οι οποίοι, παρότι δεν ήταν στρατιωτικοί πάντοτε εμφανίζοντο με στρατιωτική ενδυμασία.                                                                                      

Ο Μεταξάς δηλώνει[12]  ότι μετά την επιβολή της 4ης Αυγούστου το κράτος απέκτησε βάση αγροτική και εργατική και έγινε κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό. Ο Μεταξάς, προφανώς θεωρώντας τις δύο αυτές ομάδες ¨στυλοβάτες¨ του καθεστώτος, επέδειξε ιδιαίτερη μέριμνα γι΄αυτές (ΙΚΑ, 8ωρο, διαιτησία, συλλογικές συμβάσεις, ρύθμιση αγροτικών χρεών, καθιέρωση 1ης Μαΐου, δημιουργία Εργατικού Κέντρου για τη στέγαση, αναψυχή και τη βελτίωση του πνευματικού επιπέδου των εργαζομένων) κατά τρόπο παρόμοιο, αν όχι ίδιο, όπως και για την Αστυνομία. Τα νομοθετήματα αυτά κατά κύριο λόγο προέρχονταν από παλαιότερες κυβερνήσεις, όμως ο Μεταξάς βρήκε την ευκαιρία να τα εφαρμόσει, δίχως την ¨τροχοπέδη¨ του Κοινοβουλίου˙ η εφαρμογή τους δεν είχε όμως ιδιαίτερο αντίκτυπο[13]. Οι ασθενέστερες τάξεις τύγχαναν μιας προνομιούχου μεταχειρίσεως, εν αντιθέσει με τους πλουτοκράτες οι οποίοι εδέχοντο σκληρούς χαρακτηρισμούς.                      

Εν κατακλείδει, το συμπέρασμα που δύναται να εξαχθεί για τα ερείσματα του καθεστώτος είναι ότι αυτά ήταν περιορισμένα και ασταθούς χαρακτήρα. Η εμφάνιση εμπράκτων αντιθέσεων εκ μέρους των εχθρών του καθεστώτος ίσως απετράπη λόγω του επικειμένου πολέμου [14]

 

Η Εθνική Αναγέννηση και η Εθνική Ενότητα ήταν οι στόχοι του καθεστώτος, κατά το Μεταξά, για την επίτευξη των οποίων στόχων ο ίδιος προέβαλλε τα ιδανικά της Πατρίδας, της οικογένειας και της θρησκείας[15].Στον ίδιο λόγο του, ο Μεταξάς διακηρύσσει ότι το Κράτος και η Εκκλησία ¨πηγαίνουν χέρι-χέρι¨ ώστε να επιτευχθούν οι προαναφερθέντες σκοποί. Η 4η Αυγούστου συνέπραξε με την Εκκλησία και εξύψωσε το ρόλο της, εν αντιθέσει με τα ¨παρεμφερή¨ καθεστώτα Χίτλερ-Μουσολίνι, όπου η θρησκεία καταπολεμήθηκε, ώστε ο αποκλεισμός του Πάπα στο Βατικανό από το Μουσολίνι (συνθήκη Λατερανού 1929) να θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές νίκες που κατήγαγε ο τελευταίος στο εσωτερικό της Ιταλίας. Στην περίοδο 1967-1974 η Εκκλησία συνέπλεε με το καθεστώς, κάτι που θα μπορούσε να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα περί Ελληνικής ιδιομορφίας όσον αφορά στο θέμα της θρησκείας.                                                              

Κατά τον  D.H. Close [16] το σημαντικότερο προσόν του καθεστώτος είναι η αποτελεσματική και μεταρρυθμιστική διοίκηση του κρατικού μηχανισμού. Ο Μεταξάς πίστευε ότι η κοινωνική μεταβολή ήταν αναπόφευκτη, και γι΄ αυτό επιθυμούσε μια κοινωνική μεταρρύθμιση ορθολογική και ελεγχόμενη από το Κράτος, με την αναβίωση της πίστης των Ελλήνων στα παραπάνω ιδανικά˙ με άλλα λόγια, αφ’ ενός ανακατανομή του πλούτου χωρίς να κλονισθούν οι παραδοσιακοί θεσμοί της Ελληνικής κοινωνίας, αφ’ ετέρου διατήρηση ενός βασικά αστικού καθεστώτος[17]. Το κριτήριο για την ένταξη στην αστική τάξη δεν ήταν κοινωνικό-οικονομικό, αλλά η ένταση του εθνικισμού και η πίστη στην παράδοση. Σ΄ αυτήν του την προσπάθεια εντάσσονται τα μέτρα  που αφορούσαν στις εργατικές τάξεις. Παράλληλα, ο Μεταξάς στόχευε και στη διοικητική αποκέντρωση, ώστε ¨υγιή κέντρα τοπικής ζωτικότητας, πολιτισμού και πλούτου οικοδομούνται στις επαρχίες¨[18]. Εδώ, κατά τον Κ. Σαραντή[19], έγκειται η σημαντικότερη καινοτομία του καθεστώτος: το καθεστώς προωθούσε ένα σχέδιο για τη σταδιακή οργάνωση όλων των παραγωγικών τάξεων σε συνεταιρισμούς, ξεκινώντας με την προώθηση των ενεργών αγροτικών συνεταιριστικών μονάδων, ώστε να δημιουργηθεί ένα σύστημα αντιπροσωπεύσεως, με απώτερο στόχο ένα είδος συνεταιριστικού κράτους. Ίσως η επιλογή των υπουργών του κατά τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω να εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο αυτού του σχεδίου. Η έντονη αντίθεση του Γεωργίου Β΄ και η εξωτερική κρίση ώθησε στην αναβολή του σχεδίου αυτού.                                                                                                         

Η διακήρυξη των στόχων αυτών όπως και η δημιουργία του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού(προφανής η ομοιότητα με το Τρίτο Ράιχ του Χίτλερ) θα συνηγορούσαν στο ότι το καθεστώς, από κοινωνιολογικής απόψεως, έτεινε να μετεξελιχθεί σε ¨Επανάσταση¨. Όμως, καθώς δεν προέβη σε διοικητική αναδιοργάνωση, θεσμική ανάπλαση, νέα συνταγματική οργάνωση και αναδιάρθρωση της οικονομίας το καθεστώς παρέμεινε μια ελλιπής και μερική ¨επανάσταση¨[20].  Στους περισσοτέρους εξ αυτών των τομέων ο Μεταξάς δεν προχώρησε σε βαθειές τομές, αλλά, θα λέγαμε, σε βελτιωτικές κινήσεις.  Η ρευστότητα της περιόδου δεν επέτρεψε στο Μεταξά  να ολοκληρώσει τις ιδέες του για τη δημιουργία του Νέου Κράτους του. Πάντως φαίνεται πως ο Μεταξάς θεωρούσε ότι δεν έφερε εις πέρας το έργο του, καθώς άφησε πίσω του την πολιτική του διαθήκη όπου περιέγραφε ένα Κράτος, η ανάλυση του οποίου δεν είναι της παρούσης.

Το κυριότερο χαρακτηριστικό της 4ης Αυγούστου υπήρξε ότι ήταν ένα προπαρασκευαστικό για πόλεμο καθεστώς, ένα στην ουσία Πολεμικό Καθεστώς[21]. Κατά πολλούς δε, η αιτία επιβολής της 4ης Αυγούστου ήταν η προοπτική εμπλοκής στο διαφαινόμενο πόλεμο, όπου μια συγκεντρωτική εξουσία εθεωρείτο πιο ταιριαστή. Εδώ η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες για το ¨σκοπό¨ (τέλος) βοηθά στην εξαγωγή συμπερασμάτων: όπως είδαμε στην παραπάνω ενότητα, οι κοινωνικοί/οικονομικοί/πολιτικοί στόχοι του Μεταξά ¨υποκλίθηκαν¨ μπροστά στον επικείμενο πόλεμο, και κύριος στόχος έγινε η προπαρασκευή γι΄ αυτόν. Καθώς εξεπλήρωσε το στόχο του, κατά τρόπο παροιμιώδη,  το καθεστώς κατέρρευσε. Έφτασε στο ¨τέλος¨ του. Του λόγου το αληθές αποδεικνύει το γεγονός πως η 4η Αυγούστου δε μνημονεύεται για κανένα (ως επί το πλείστον) από τα κατορθώματά της στον κοινωνικό/οικονομικό/πολιτικό τομέα, αλλά γιατί είπε το περίφημο ¨Όχι¨. Υπάρχει η άποψη πως το καθεστώς θα είχε περάσει στη λήθη εάν δεν απαντούσε ηρωικά στο τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου, κάτι που δε δυσκολεύεται να πιστέψει κανείς.                   

Στις προηγούμενες παραγράφους, σημαντική έκταση κατελήφθη από τις προσωπικές επιλογές του Μεταξά. Το γεγονός αυτό εξηγείται από τον εξής λόγο: η 4η Αυγούστου ήταν καθεστώς προσωποπαγές. Ο ίδιος ο Μεταξάς έγραφε[22] ¨Για τα εσωτερικά μας όσο ζω θα είναι στερεά. Άμα πεθάνω; Ιδού το ζήτημα! Αλλά δεν υπάρχει λύσις. Οι θεσμοί δεν αντικαθιστούν τα άτομα¨. Ο προσωποπαγής χαρακτήρας του καθεστώτος φαίνεται και από το ότι δεν ορίσθηκε διάδοχος του Μεταξά απ΄ αυτόν , ενώ ο θάνατός του βοήθησε ώστε να ¨εκπνεύσει¨ μαζί του και το καθεστώς ¨του¨. Ο ίδιος[23] πίστευε ότι των δικτατοριών έπεται το χάος, λόγω ακριβώς αυτής της στενής συνδέσεως μεταξύ δικτατορίας-δικτάτορος. Η επικρατούσα άποψη στην Ελλάδα σχετικά με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είναι ότι αυτό υπήρξε ένα φασιστικό καθεστώς. Στις προηγούμενες παραγράφους έγιναν κάποιες συγκρίσεις μεταξύ της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, της φασιστικής Ιταλίας και της Ελλάδας της περιόδου 1967-1974 με το Μεταξικό καθεστώς, και βρέθηκαν άλλοτε ομοιότητες και άλλοτε διαφορές.

Στα πλαίσια όμως της περιγραφής των εξωτερικών-πολιτικών χαρακτηριστικών της 4ης Αυγούστου πρέπει να δοθεί μια ξεκάθαρη απάντηση αν όντως το Μεταξικό κράτος ήταν κράτος φασιστικό.                                                                 Τα κοινά στοιχεία του Μεταξά μ΄ αυτά του εθνικοσοσιαλισμού-φασισμού (πλην των όσων έχουν ήδη καταγραφεί) είναι τα εξής:

  • έλεγχος του Τύπου,
  • το έθνος είναι το υπέρτατο αγαθό,
  • ταύτιση έθνους-κράτους,
  • υποταγή του ατομικού συμφέροντος στο συμφέρον του συνόλου,
  • αντικομμουνισμός,
  • αντικοινοβουλευτισμός,
  • επικλήσεις περί ενός ηθικού αντί-ατομικιστικού πολιτισμού (Stato Etico του Μουσολίνι),
  • ύπαρξη Ταγμάτων Εργασίας (τα οποία αργότερα συγχωνεύθηκαν με την ΕΟΝ, όπως και οι Πρόσκοποι).[24]

 

Ο Μεταξάς διεκήρυττε ότι αναζητούσε τη βάση των πολιτικών θεσμών του στην Αρχαία Σπάρτη, η οποία (αναχρονιστικά) έχει χαρακτηριστεί ως πολιτεία εθνικοσοσιαλιστική. Ίσως λόγω τούτου υπάρχουν αυτές οι ομοιότητες. Ένα  παράδειγμα μπορεί να θεωρηθεί η ίδρυση της ΕΟΝ, και δη η συμμετοχή κοριτσιών σ΄ αυτήν, τα οποία παρομοιάζονται με Σπαρτιάτισσες που ασκούνται στο ακόντιο(2ο τεύχος του περιοδικού της ΕΟΝ, οπισθόφυλλο).                                                           

Τα κοινά στοιχεία όμως είναι εντελώς επιφανειακά, καθώς δεν προήλθαν ως αποτελέσματα της εφαρμογής μιας ιδεολογίας, αλλά περισσότερο είναι προϊόντα μιμήσεως του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού εκ μέρους του Μεταξά. Οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των καθεστώτων που συγκρίνονται εδώ είναι περισσότερες και σημαντικότερες.                                                                                                                    

Πλην των ήδη αναφερθεισών διαφορών, υπάρχουν και πολλές άλλες. Η πιο σημαντική εξ αυτών είναι ότι στα άλλα ολοκληρωτικά κράτη επεβλήθη μια μονολιθική επίσημη κοσμοθεωρία η οποία έκανε την εμφάνισή της σε κάθε έκφανση της ζωής του ανθρώπου. Οι θεωρίες αυτές, που έμοιαζαν με θρησκευτικό δόγμα ουδέποτε υιοθετήθηκαν από την 4η Αυγούστου, πέρα από κάποια ρητορικά σχήματα[25]. Παράλληλα, τα ολοκληρωτικά αυτά καθεστώτα διεκρίνοντο από μια επιθετική εξωτερική πολιτική, ενώ η 4η Αυγούστου πάσχιζε να διατηρήσει σχέσεις καλής φιλίας με γείτονες χώρες και να αποφύγει την εμπλοκή στον πόλεμο (η απόκρυψη του βομβαρδισμού του υποβρυχίου¨ Έλλη¨), χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι δεν είχε κάνει τις απαραίτητες ετοιμασίες για την είσοδο στον πόλεμο. Βέβαια ούτε το καθεστώς του Φράνκο εισήλθε στον πόλεμο, παρότι είχε εδραιωθεί με τη βοήθεια του Χίτλερ και του Μουσολίνι (καθιστώντας έτσι την ιδεολογική συγγένεια αδιαμφισβήτητη) και έτσι δεν μπορούμε να μιλάμε για ιδιαιτερότητα του Μεταξικού καθεστώτος επ΄ αυτού. Ο Μεταξάς ίσως εδέχετο τη σύγκριση με το καθεστώς του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία[26].Ο διωγμός των Εβραίων, για τον οποίο έγιναν γνωστά τα καθεστώτα Χίτλερ και Μουσολίνι, επίσης δεν ευδοκίμησε στην  Ελλάδα.          Πρέπει να επισημανθεί πάντως πως και μέσα στην κυβέρνηση Μεταξά υπήρχαν και εθνικοσοσιαλιστές, θιασώτες του Γερμανικού καθεστώτος οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν να ασκήσουν σημαντική επιρροή επί του χαρακτήρα του καθεστώτος (λόγω της προσωποπαγούς συγκροτήσεώς του), ενώ ο Μεταξάς δε δίστασε να διώξει από την κυβέρνησή του τον πλέον φανατικό εθνικοσοσιαλιστή, Θ. Σκυλακάκη. Επίσης υπήρχαν κάποιες φασιστικές οργανώσεις στην Ελλάδα(Εθνική Ένωση Ελλάδας, Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Γ. Μερκούρη, Σιδηρά Ειρήνη, Εθνικο-Σοσιαλιστικό Κόμμα Μακεδονίας Θράκης, Παμφοιτητικός  Σύλλογος)[27], ωστόσο δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να συνδέει το Μεταξά μ΄ αυτές. Είναι φανερό ότι ουδεμία ουσιαστική σχέση είχε το καθεστώς (ούτε ο Μεταξάς)με τον εθνικοσοσιαλισμό-φασισμό και τα ¨παρεμφερή¨ αυτά καθεστώτα, όπως παρατηρεί και ο Σπ. Μαρκεζίνης[28], και ότι οποιαδήποτε χαρακτηριστικά είχαν κοινά μπορούν απλά να χαρακτηρισθούν χαρακτηριστικά κάθε συγκεντρωτικής και απολυταρχικής εξουσίας. Τη μη ιδεολογική συνάφεια κατέδειξε δε η ¨αντίφαση¨ της αντίθεσης του Μεταξά στον Άξονα. Κατά τον Α. Κανελλόπουλο[29] (ο οποίος υποστηρίζει το μεταβατικό χαρακτήρα του καθεστώτος) η 4η Αυγούστου ¨κατέληξε να καταστεί έμπρακτη άρνηση και των τριών μορφών του ολοκληρωτισμού: του μαρξιστικού, του φασιστικού και του εθνικοσοσιαλιστικού. ¨Κατά τον Π. Σιφναίο[30] η 4η Αυγούστου στάθηκε το πιο ήμερο της ¨εποχής των δικτατοριών¨ καθεστώς.                                    

Σύμφωνα με τον Κ. Σαράντη[31],  χαρακτηριστικά του Μεταξικού καθεστώτος όπως ο σαφής λαϊκισμός στην πολιτική και στην ιδεολογία, ο αγωνιστικός εθνικισμός με στόχο την αναγέννηση του Έθνους, η απουσία κυβερνητικού κόμματος σύμφωνα με τη θέση ότι ¨κόμμα είναι όλος ο λαός¨ και η συνακόλουθη αντίθεση στον κοινοβουλευτισμό, καθώς αυτός διασπά το Έθνος και ο πολιτικός και κοινωνικός ριζοσπαστισμός παραπέμπουν περισσότερο σε μια Νέα Δεξιά παρά σε μια παραλλαγή του φασισμού.                                                                                                                                                                                                                                   

Το καθεστώς του Μεταξά είναι ό,τι πιο κοντινό έχει γνωρίσει η Ελλάδα στο φασισμό, χωρίς όμως όπως φάνηκε  να ολοκληρώνεται αυτή η ¨πορεία¨ προς τον  εκφασισμό. Όπως σημειώνει ο Π. Βατικιώτης[32], οι κατηγορίες περί φασιστικού χαρακτήρα του καθεστώτος (από το συγγραφέα της Αριστεράς Σπ. Λιναρδάτο και το Γ. Ανδρικόπουλο π.χ.) είναι έωλες. Και συνεχίζει λέγοντας ότι οι κατήγοροί του δεν μπορούν να τα έχουν όλα, γιατί συγχρόνως κατηγορούν το Μεταξά ότι ήταν φερέφωνο του Βασιλιά και τίποτα παραπάνω, τον οποίο όμως θεωρούσαν αντιφασίστα και πράκτορα των Άγγλων. Σύμφωνα πάλι με τον Π. Βατικιώτη[33], ο Μεταξάς σκόπευε να εγκαθιδρύσει μια φιλολαϊκή απολυταρχία στην Ελλάδα, γεγονός που καθιστά τη διακυβέρνησή του εντελώς ξεχωριστή και διαφορετική απ΄ όλα τ΄ άλλα καθεστώτα.

 

Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές δεν υιοθετούνται απαραίτητα από το Κέντρο φ και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Πολιτική Βιογραφία του Ι. Μεταξά, Π. Βατικιώτης
  2. Ο Μεταξάς και η Εποχή του, Συλλογικό Έργο
  3. 4η Αυγούστου-21η Απριλίου, Συγκριτική Μελέτη, Μάνος Χατζηδάκης
  4. Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος, Σπ. Μαρκεζίνης
  5. Το Ημερολόγιο Του Μεταξά
  6. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς

 

[1] Ο Μεταξάς και η εποχή του ,Τα ερείσματα της δικτατορίας του Μεταξά,D.H. Close σελ. 23

[2] Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς έκδοση 1963,τόμος 9,σελ. 1043

[3] Λόγοι πρώτης τριετίας, σελ. 506-507

[4] Μια πολιτική βιογραφία του Ι. Μεταξά, σελ. 44

[5] Ιστορία του Ελληνοτουρκικού Χώρου 1928-1973, σελ. 83

[6] Συγκριτική Μελέτη 4ης Αυγούστου-21ης  Απριλίου, Μ. Χατζηδάκης, σελ 164-165

[7] Πολιτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος, Τόμος 4, Σπ. Μαρκεζίνης, σελ. 342

[8] Πολιτική Βιογραφία του Μεταξά, Π. Βατικιώτης, σελ. 345

[9] Γ. Κάρτερ(στέλεχος της ΕΟΝ), Ελεύθερος Κόσμος, 26/10/2008

[10] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Τα ερείσματα της δικτατορίας του Μεταξά, D.H. Close, σελ. 33

[11] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Τα ερείσματα της δικτατορίας του Μεταξά, D.H. Close, σελ. 34

[12] Ημερολόγιο του Μεταξά, τόμος Στ΄, σελ. 552-554

[13] [13] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Η Ιδεολογία και ο Πολιτικός Χαρακτήρας του Καθεστώτος Μεταξά, Κ. Σαράντης, σελ. 58

[14] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Τα ερείσματα της δικτατορίας του Μεταξά, D.H. Close, σελ. 43

[15] Λόγος Μεταξά ενώπιον γονέων και δασκάλων, 19 Οκτωβρίου 1939

[16] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Τα ερείσματα της δικτατορίας του Μεταξά, D.H. Close, σελ. 44

[17] Πολιτική Βιογραφία του Μεταξά, Π. Βατικιώτης, σελ. 374

[18] Μεταξά, Λόγοι, τόμος 1, σελ. 247-255, 258-267

[19] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Η Ιδεολογία και ο Πολιτικός Χαρακτήρας του Καθεστώτος Μεταξά, σελ. 53

[20] Συγκριτική Μελέτη 4ης Αυγούστου-21ης  Απριλίου, Μ. Χατζηδάκης, σελ. 150-153

[21] Συγκριτική Μελέτη 4ης Αυγούστου-21ης  Απριλίου, Μ. Χατζηδάκης, σελ. 193

[22] Ημερολόγιο του Μεταξά, τόμος 4, σελ. 467

[23] Άρθρο του Μεταξά στην ¨Εφημερίδα των Ελλήνων¨ , 29/7/1935

[24] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Η Ιδεολογία και ο Πολιτικός Χαρακτήρας του Καθεστώτος Μεταξά, Κ. Σαράντης, σελ. 64-65

[25] Συγκριτική Μελέτη 4ης Αυγούστου-21ης  Απριλίου, Μ. Χατζηδάκης σελ. 188

[26] Ημερολόγιο του Μεταξά, σελ. 655

[27] Γ. Ανδρικόπουλος, Οι Ρίζες του Ελληνικού Φασισμού, σελ. 56-57

[28] Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος, τόμος 1, σελ. 15

[29] Ο Α. Κανελλόπουλος ήταν Αρχηγός της ΕΟΝ. 4η Αυγούστου και 28η Οκτωβρίου, Αλέξης Ελικιώτης(ψευδώνυμο του Α. Κανελλοπούλου), σελ. 35-36

[30] Ι. Μεταξά – το προσωπικό του Ημερολόγιο τόμος 7, σελ 252

[31] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Η Ιδεολογία και ο Πολιτικός Χαρακτήρας του Καθεστώτος Μεταξά, σελ. 71

[32] Πολιτική Βιογραφία του Μεταξά, σελ. 345,348

[33] Πολιτική Βιογραφία του Μεταξά, σελ. 25