Αντιδράσεις κατά της λαθρομετανάστευσης:
Εμφανής η ανάγκη συντονισμού και ενιαίας πολιτικής έκφρασης.
 
του Άρη Πετράκη
 
 
Στις 23 Απριλίου 2020 κάτοικοι του Καρπενησίου προχώρησαν σε κλείσιμο της σήραγγας του αυτοκινητοδρόμου που ενώνει την Φθιώτιδα με την Ευρυτανία, με σκοπό να αποτρέψουν την εγκατάσταση σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης Αφγανών «προσφύγων και μεταναστών», για την οποία οι αιρετοί της Ευρυτανίας (δήμαρχος, περιφερειάρχης, βουλευτής κ.ά.) δήλωσαν άγνοια. Η εγκατάσταση των Αφγανών, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, έχει προγραμματιστεί για τις επόμενες ημέρες.
 
Στις 26 Απριλίου 2020 ο αναπληρωτής υπουργός μετανάστευσης, Γ. Κουμουτσάκος, δήλωσε σε ραδιοφωνική συνέντευξή του ότι στο πλαίσιο της επιχείρησης «Ειρήνη», μίας επιχείρησης της Ε.Ε. για επιτήρηση της θάλασσας μεταξύ Κρήτης και Ιταλίας και εξασφάλιση της σταθερότητας στη Λιβύη, όσοι περισυλλέγονται πιθανότατα θα μεταφέρονται στο λιμάνι της Σούδας. Αντιδρώντας ταχύτατα στα σχέδια της κυβέρνησης, την 27 Απριλίου 2020, άγνωστοι κυκλοφόρησαν διαδικτυακά μία αφίσα με την οποία καλούν τους Κρητικούς σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας κατά της λαθρομετανάστευσης την 4 Μαΐου 2020 στο λιμάνι της Σούδας, προκειμένου να μην γίνει η Κρήτη «άλλη μία Λέσβος».
Τα ανωτέρω γεγονότα αποδεικνύουν ότι ο εποικισμός της χώρας εντείνεται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Μάλιστα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν διστάζει να εποικίσει με λαθρομετανάστες ακόμα και τους νομούς Ευρυτανίας και Χανίων, στους οποίους διαχρονικά και παραδοσιακά εκλέγονται σε διάφορες θέσεις (δήμαρχοι, περιφερειάρχες, βουλευτές) μέλη της οικογένειας Μητσοτάκη.
 
Οι κινητοποιήσεις των κατοίκων της Ευρυτανίας και των Χανίων, σε συνδυασμό με παλαιότερες κινητοποιήσεις κατά της λαθρομετανάστευσης σε άλλες περιοχές, αποδεικνύουν ότι η πλειονότητα των Ελλήνων είναι αντίθετη στον εποικισμό. Το οξύμωρο στην όλη υπόθεση είναι ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων στηρίζει κόμματα που προωθούν τον εποικισμό και την αλλοίωση του πληθυσμού μέσω της λαθρομετανάστευσης. Με άλλα λόγια οι περισσότεροι Έλληνες πιστεύουν άλλο από αυτό που ψηφίζουν. Όμως, στη δημοκρατία σημασία δεν έχει τι πιστεύει ο ψηφοφόρος αλλά τι πιστεύει αυτός που εκλέγεται…
Το αν θα έχουν θετικό αποτέλεσμα οι κινητοποιήσεις στο Καρπενήσι και στην Σούδα είναι άγνωστο. Ανατρέχοντας όμως στις κινητοποιήσεις των κατοίκων άλλων περιοχών, θα δούμε ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις αυτοί απέτρεψαν την εγκατάσταση λαθρομεταναστών. Υπενθυμίζω τον αγώνα των κατοίκων των Βρασνών, οι οποίοι τον Οκτώβριο του 2019 με μπλόκα και δυναμικές αντιδράσεις έδιωξαν τα λεωφορεία των λαθρομεταναστών, που η κυβέρνηση σκόπευε να εγκαταστήσει σε ξενοδοχεία της περιοχής. Τότε πολλοί ενθουσιάστηκαν από την επιτυχία των κατοίκων των Βρασνών. Σήμερα όμως όλοι γνωρίζουμε ότι «πρόσφυγες και μετανάστες» έχουν εγκατασταθεί σε δομές φιλοξενίας και ξενοδοχεία σε κοντινή απόσταση από τα Βρασνά. Για παράδειγμα, σε απόσταση μικρότερη των 50 χλμ λειτουργούν οι δομές φιλοξενίας «Βαγιοχωρίου», «Λουτρών Βαγιοχωρίου» και «Λαγκαδικίων». Υπάρχει κανείς που πιστεύει ότι μετά από χρόνια οι «πρόσφυγες και μετανάστες», που θα λάβουν την ελληνική ιθαγένεια (βάσει νόμων που ψηφίζει η βουλή, την οποία εκλέγει ο ελληνικός λαός!), δεν θα εγκατασταθούν τελικά, αν το θελήσουν, και στα Βρασνά; Ομοίως, ακόμα και αν δεν μεταφερθούν Αφγανοί και Λίβυοι στην Ευρυτανία και στα Χανιά, αντίστοιχα, ποιός θα εξασφαλίσει ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας δεν θα αλλοιωθεί σε βάθος χρόνου επηρεάζοντας και τις περιοχές όπου δεν έγινε εγκατάσταση αλλοδαπών;
 
Πέραν των συλλογικών αντιδράσεων σε τοπικό επίπεδο, τις τελευταίες ημέρες υπήρξαν αντιδράσεις μεμονωμένων πολιτών. Όμως, όπως προκύπτει από την ειδησεογραφία, η οποιαδήποτε ατομική δυναμική αντίδραση οδηγεί στην ποινική δίωξη Ελλήνων και σε βάθος χρόνου στην «εξουδετέρωση» των αντιδράσεών τους μέσω φυλακίσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ποινικές διώξεις σε βάρος Ελλήνων, που πυροβόλησαν με κυνηγετικά όπλα κατά λαθρομεταναστών που είχαν εισβάλει στις περιουσίες τους. Ασχέτως με την τελική έκβαση της ποινικής υπόθεσης, ακόμα και αν υπάρξει αθώωση, το σίγουρο είναι ότι οι Έλληνες που πυροβόλησαν κατά των λαθρομεταναστών γλίτωσαν εκείνη την στιγμή την περιουσία τους, αλλά όσο αυτοί κρατούνταν στα αστυνομικά τμήματα, οι λαθρομετανάστες «έκαναν party» λεηλατώντας τις αφύλακτες πλέον ιδιοκτησίες τους.
 
Άποψή μου είναι ότι όλοι οφείλουμε να στηρίξουμε οποιαδήποτε προσπάθεια αγνών πατριωτών να αποτρέψουν τον εποικισμό και να διατηρήσουν αναλλοίωτη την εθνολογική σύσταση του τόπου τους. Δεν θα πρέπει όμως να διαφεύγει από κανέναν ότι κάθε τοπική κοινωνία Ελλήνων είναι κομμάτι του Έθνους των Ελλήνων και δεν μπορεί να επιβιώσει μόνη της, ως «γαλατικό χωριό». Το να φύγει προσωρινά το πρόβλημα από μία περιοχή και να μεταφερθεί σε μία άλλη δεν είναι λύση. Αυτή η πρακτική, παρότι φαίνεται ότι οδηγεί σε μικρές νίκες, στην πραγματικότητα επηρεάζει προσωρινά μόνο την γεωγραφική κατανομή των λαθρομεταναστών και όχι τον συνολικό αριθμό λαθρομεταναστών που θα εγκατασταθεί σε βάθος χρόνου στην Ελλάδα, αν δεν αλλάξει η κατάσταση. Κατά συνέπεια, απαιτείται συντονισμός σε εθνικό επίπεδο ώστε η αντίδραση στον εποικισμό να λάβει καθολικό χαρακτήρα. Μόνο έτσι θα υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
 
Εν κατακλείδι, για να αποφύγουμε τις ποινικές διώξεις σε βάρος Ελλήνων και να κερδίσουμε τον αγώνα κατά της λαθρομετανάστευσης και του εποικισμού, χρειάζεται συντονισμός, συλλογική δράση και, κυρίως, πολιτική έκφραση και νομιμοποίηση της αντίδρασης των Ελλήνων. Η πολιτική έκφραση και νομιμοποίηση της αντίδρασης δεν μπορεί να γίνει μέσω συστημικών κομμάτων, που προωθούν κρυφά ή φανερά την λαθρομετανάστευση. Ο χρόνος για το Έθνος μας, ως κοινότητα αίματος, τελειώνει. Αν οι Έλληνες που αντιδρούν στην λαθρομετανάστευση και στον εποικισμό, δεν στηρίξουν σήμερα ένα πραγματικό εθνικιστικό πολιτικό κίνημα αλλά συνεχίσουν να στηρίζουν συστημικά κόμματα και νεοεμφανιζόμενα συστημικά δεκανίκια (βλ. διάφορους «δημοκράτες πατριώτες»), τότε είναι βέβαιο ότι θα καταντήσουν μία μικρή μειονότητα στο πολυφυλετικό-πολυεθνικό-πολυπολιτισμικό και ανθελληνικό κράτος που τα τελευταία σχεδιάζουν γι’ αυτόν.
 
Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.