Η διεθνής οικονομία αλλάζει ραγδαία αλλά η κυβέρνηση κινείται με ταχύτητα σαλιγκαριού.
Του Άρη Πετράκη
1-6-2026
Πριν ένα χρόνο περίπου στο άρθρο μου με τίτλο «Τουρισμός και φτώχεια στην Ελλάδα του 2025»[1] έγραφα ότι «διάφοροι εξωγενείς παράγοντες, όπως είναι ένοπλες συρράξεις (π.χ. Ρωσία-Ουκρανία, Ισραήλ-Ιράν) και άλλα γεγονότα παγκόσμιας ή περιφερειακής εμβέλειας, […] αποδεικνύουν ότι η ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή ο τουρισμός, μπορεί να σταματήσει να κινείται ανά πάσα στιγμή με καταστροφικά αποτελέσματα. Οι ένοπλες συρράξεις είναι ένας μόνο από τους παράγοντες που επηρεάζουν τα κράτη, τα οποία στηρίζουν την επιβίωσή τους στον τουρισμό. Τα κράτη αυτά - μεταξύ των οποίων είναι και η Ελλάδα - υφίστανται τις δυσμενείς επιπτώσεις των πολέμων και κρίσεων χωρίς να έχουν την δυνατότητα να αντιδράσουν» και ότι «το αν τελικά θα έρθουν ξένοι τουρίστες στην Ελλάδα και αν τα χρήματα που θα δαπανήσουν θα μπορέσουν να στηρίξουν την ελληνική οικονομία εξαρτάται από παράγοντες πέραν του ελληνικού κράτους και των Ελλήνων επιχειρηματιών του τουρισμού».
Τα ανωτέρω δεν είναι δική μου επινόηση αλλά γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες στον τομέα του τουρισμού και γενικότερα της διεθνούς οικονομίας, που δυστυχώς δεν φαίνεται να λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψιν από τις ελληνικές κυβερνήσεις ή αυτές για άγνωστο λόγο δεν λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα, ώστε να προστατεύσουν τα συμφέροντα της χώρας και την πολιτών της.
Οι ένοπλες συρράξεις Ρωσίας-Ουκρανίας και Ισραήλ-Ιράν του 2025 φέτος πέρασαν σε δεύτερη μοίρα καθόσον ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ των Η.Π.Α., του Ισραήλ και κάποιων Αράβων συμμάχων τους κατά του Ιράν και των δικών του συμμάχων. Ο πόλεμος αυτός έχει πολύ μεγάλο αντίκτυπο στις διεθνείς μεταφορές, τη ναυτιλία, τον τουρισμό και τους υπόλοιπους τομείς της διεθνούς οικονομίας και των διεθνών σχέσεων, κυρίως λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ που κανείς δεν γνωρίζει πότε θα ξανανοίξουν. Επομένως, για ακόμα μία τουριστική περίοδο η τουριστική βιομηχανία της Ελλάδας θα πληγεί από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, την αύξηση της τιμής των αεροπορικών και ακτοπλοϊκών εισιτηρίων και κυρίως από την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα που προκαλείται στην ψυχολογία του τουρίστα-καταναλωτή. Η μείωση των εσόδων των τουριστικών επιχειρήσεων θα προκαλέσει μείωση των εσόδων του κράτους από την φορολογία.
Υπό κανονικές συνθήκες, ένα σοβαρό κράτος θα προσπαθούσε να αποφύγει την κατάρρευση της τουριστικής βιομηχανίας του, λόγω των διεθνών εξελίξεων, και ταυτόχρονα να αναπτύξει άλλους τομείς της οικονομίας του για να αναπληρώσει την απώλεια εσόδων του ιδίου και των ελληνικών επιχειρήσεων.
Για παράδειγμα, ένας τρόπος για να υποστηρίξει η ελληνική κυβέρνηση τον τουρισμό σε περίοδο πολέμου στην ευρύτερη γειτονιά μας (Μέση Ανατολή και Ανατολική Μεσόγειος) θα ήταν να διαφημίσει τη χώρα μας ως ασφαλές καταφύγιο για τους πληθυσμούς των φίλιων κρατών, που κινδυνεύουν από τον πόλεμο. Από την στιγμή που η Ελλάδα τάχθηκε στο πλευρό της συμμαχίας Η.Π.Α.-Ισραήλ-αραβικών κρατών, έχοντας χρησιμοποιήσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της για να σφραγίσει τον εναέριο χώρο της από πυραυλικές επιθέσεις του Ιράν, αποτελεί κοντινό και ασφαλή προορισμό για τους συμμάχους της. Βεβαίως, δεν αναφέρομαι σε μαζική υποδοχή ατόμων από τη Μέση Ανατολή αλλά στην προετοιμασία τουριστικών καταλυμάτων για την φιλοξενία με το αζημίωτο των elite του Ισραήλ και των αραβικών κρατών. Οι Ισραηλινοί και οι διάφοροι Άραβες μεγιστάνες που έρχονται τα καλοκαίρια στα ελληνικά νησιά θα μπορούσαν και φέτος, σε συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση, να στείλουν τις οικογένειές τους στην Ελλάδα για να διαμείνουν σε πολυτελείς κατοικίες ή ξενοδοχεία υπό την προστασία των ελληνικών αρχών ασφαλείας, αποφεύγοντας τις δυσμενείς συνέπειες του πολέμου. Μία τέτοια πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης, εφόσον είχε επιτυχία, θα ενίσχυε την ψυχολογία και των λοιπών τουριστών, που θα θεωρούσαν την Ελλάδα ως ασφαλή προορισμό, παρά την υφιστάμενη κατάσταση σε διεθνές επίπεδο, με αποτέλεσμα τη μείωση των απωλειών που θα έχει φέτος η ελληνική τουριστική βιομηχανία.
Πέραν όμως των προσπαθειών στήριξης της τουριστικής βιομηχανίας, οι πρόσφατες ένοπλες συρράξεις και κρίσεις, αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα πρέπει να αναπτύξει άλλους τομείς όπως είναι η ενέργεια και ο αγροτικός τομέας (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία κλπ) σε επίπεδο όσο το δυνατό πιο υψηλό και κατ’ ελάχιστον σε επίπεδο αυτάρκειας, για να είναι ικανή να αντισταθμίζει την απώλεια εσόδων από τον τουρισμό, οποτεδήποτε κι αν αυτή προκύπτει. Ακολουθούν σχετικά παραδείγματα:
α) Με δεδομένη την μείωση παραγωγής σιτηρών από την Ουκρανία λόγω του πολέμου, άρα και την αύξηση της ζήτησης από τρίτους μεταξύ των οποίων και η χώρα μας, η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε ήδη να έχει ωθήσει τους αγρότες στην αύξηση της καλλιέργειας σιτηρών. Η αύξηση της επάρκειας και η τυχόν εξαγωγή σιτηρών μόνο ωφέλειες θα είχε για την ελληνική οικονομία. Αντ’ αυτού ο ελληνικός λαός ανακαλύπτει σκάνδαλα τύπου Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., που τον αποθαρρύνουν από οποιαδήποτε σοβαρή επένδυση και ενασχόληση με την αγροτική παραγωγή, λόγω της διαφθοράς και της ανισότητας στην αντιμετώπιση των «κυβερνητικών» και «μη κυβερνητικών» αγροτών. Έτσι, ενώ βραχυπρόθεσμα ωφελούνται συγκεκριμένης πολιτικής προέλευσης απατεώνες, μακροπρόθεσμα η Ελλάδα χάνει από την κατάρρευση του αγροτικού τομέα.
β) Το πρόσφατο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, που οδήγησε την τιμή του πετρελαίου στα ύψη, θα μπορούσε να επηρεάσει πολύ λιγότερο την Ελλάδα, αν οι ελληνικές κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης είχαν εξασφαλίσει την ενεργειακή επάρκεια και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απεξάρτηση της χώρας από το εισαγόμενο πετρέλαιο. Η παρούσα κυβέρνηση κυβερνά σχεδόν δύο τετραετίες. Ενώ είχε υποσχεθεί ότι θα προχωρήσει στην εξόρυξη υδρογονανθράκων, οι σχετικές διαδικασίες (έρευνες, διεθνείς διαγωνισμοί κ.ά.) δεν έχουν ολοκληρωθεί και δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσής τους. Η Κύπρος στον τομέα αυτόν μας έβαλε τα γυαλιά. Ενώ θα έπρεπε να ακολουθήσει το παράδειγμα της Κύπρου, η ελληνική κυβέρνηση κωλυσιεργεί και με τον τρόπο αυτό χάνει ευκαιρίες σε διεθνές επίπεδο και ζημιώνει την ίδια την οικονομία της. Αν η Ελλάδα είχε ξεκινήσει την εξόρυξη υδρογονανθράκων θα είχε τεράστια κέρδη λόγω αυτάρκειας και εξαγωγών σε τρίτες χώρες, που πλήττονται εδώ και χρόνια από την παύση των εξαγωγών φυσικού αερίου από τη Ρωσία.
Για κάποιον παράξενο λόγο, η ελληνική κυβέρνηση κινείται με ταχύτητα σαλιγκαριού σε σχέση με την ταχύτητα των αλλαγών στην διεθνή οικονομία. Με μηδενική προνοητικότητα, χάνει συνεχώς ευκαιρίες ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και αποφυγής οικονομικών κρίσεων, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα παραδείγματα. Ο πολίτης αναρωτιέται γιατί συνεχώς τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις και γιατί είμαστε πάντα τα θύματα οποιασδήποτε αλλαγής. Η απάντηση είναι απλή για όποιον σκέφτεται και πράττει εθνικώς: διότι η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα εξαρτάται από τον ξένο παράγοντα, που της θέτει περιορισμούς ως προς την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων. Τα εθνικά συμφέροντα στο προτεκτοράτο που ονομάζεται Ελλάδα εξυπηρετούνται μόνο όταν τυγχάνει να ευθυγραμμίζονται με τα συμφέροντα των επικυρίαρχων. Ακόμα και η προσφάτως επιχειρούμενη βελτίωση των Ενόπλων Δυνάμεων της πατρίδας μας - που θα έπρεπε να είναι πάγια προτεραιότητα των ελληνικών κυβερνήσεων - δεν οφείλεται σε πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης αλλά σε αλλαγή σχεδίων των Η.Π.Α., της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, εν όψει πιθανής σύγκρουσης με τη Ρωσία.
Τα ανωτέρω πρέπει κάποια στιγμή να γίνουν αντιληπτά από τον ελληνικό λαό, ώστε να κάνει ορθές επιλογές, ειδικά τώρα που πλησιάζουν εθνικές εκλογές. Για το «Κέντρο Φ» ορθή επιλογή - όχι μόνο στις εκλογές αλλά πάντοτε - είναι οι εθνικιστικές και πατριωτικές δυνάμεις, που δεν εξαρτώνται από κανέναν και έχουν ως κύριο μέλημά τους την εξυπηρέτηση του Έθνους.
[1] https://tinyurl.com/p8y6cpfe
Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.

