Η διακυβέρνηση της Ελλάδας και η απονομή δικαιοσύνης κατά την κατοχή

Το Κέντρο Μελετών & Προώθησης Εθνικών Ιδεών Φ (Κέντρο Φ), θέλοντας να τιμήσει τα 80 Χρόνια από την εποποιΐα του 1940 (και σε συνέχεια της δράσης τιμής που οργάνωσε για τα 2.500 Χρόνια από τη Μάχη των Θερμοπυλών και τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας), συγκέντρωσε κείμενα τα οποία γράφτηκαν για αυτό τον σκοπό κατόπιν σχετικού καλέσματος τού Κέντρου Φ.
Σε πνεύμα επιστημονικής ελευθερίας, δίνονται στη δημοσιότητα για το ευρύ κοινό.

 

Η ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΝΟΜΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

 

Του Χρήστου Μπίσδα

 

Η Ελλάδα βρέθηκε σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία την 28-10-1941 και με την Γερμανία την 6-4-1945 κατόπιν κήρυξης πολέμου από τα ανωτέρω κράτη. Η Βουλγαρία δεν κήρυξε ποτέ επίσημα πόλεμο στην Ελλάδα αλλά η κήρυξη του πολέμου συνάγεται de facto από τις επιθετικές ενέργειες της Βουλγαρίας σε βάρος της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα, η Βουλγαρία κατά την προσχώρησή της στον Άξονα είχε υπογράψει συμφωνία με τη Γερμανία δυνάμει της οποίας επέτρεπε τη διέλευση των γερμανικών στρατευμάτων από τη βουλγαρική επικράτεια μέχρι τα ελληνοβουργαρικά σύνορα με αντάλλαγμα το δικαίωμα να διαδεχθεί τη Γερμανία ως κατέχουσα δύναμη στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, όπως τελικά συνέβη[1]. Σύμφωνα με τον Κύρου[2] «Από απόψεως διεθνούς δικαίου η ανάθεσις της εχθρικής κατοχής μίας περιοχής εις κράτος, το οποίον τυπικώς δεν είχε κηρύξει τον πόλεμον εναντίον της Ελλάδος και δεν είχε συμμετάσχει ενεργώς εις τας επιχειρήσεις εναντίον της, αποτελεί παράβασιν σαφώς χαρακτηριζομένην από τας διεθνώς αναγνωριζομένας αρχάς». Η ελληνική κυβέρνηση με την από 11-6-1941 εγκύκλιό της απευθυνόμενη προς τις ελληνικές πρεσβείες, θεώρησε ότι τελούσε σε κατάσταση πολέμου με τη Βουλγαρία από την 21-4-1941, ημερομηνία κατά την οποία τα βουλγαρικά στρατεύματα εισέβαλαν στην ελληνική επικράτεια. Το καθεστώς που διαμορφώθηκε στις τρεις ζώνες κατοχής της Ελλάδας από άποψη διεθνούς δικαίου ήταν καθεστώς πολεμικής κατοχής (occupatio bellica).

Το ισχύον εκείνη την εποχή δίκαιο του κατά ξηράν πολέμου, περιλαμβανόταν στις διεθνείς συμβάσεις που προέκυψαν από τις Συνδιασκέψεις της Χάγης το 1899 και το 1907. Η Σύμβαση της Χάγης του 1899 κυρώθηκε από την Ελλάδα και την Ιταλία. Η Σύμβαση της Χάγης του 1907 κυρώθηκε μόνο από τη Γερμανία, ενώ στην Ιταλία αποτέλεσε αντικείμενο εσωτερικής νομοθετικής ρύθμισης. Σε κάθε περίπτωση αμφότερες οι Συμβάσεις αποκρυστάλλωναν προϋπάρχον εθιμικό δίκαιο[3]. Ειδικότερα οι κανόνες του διεθνούς δικαίου για την πολεμική κατοχή περιέχονταν στην Σύμβαση της Χάγης IV του 1907 (άρθρα 42-56). Κατά τον Σαρηγιαννίδη, «τα Άρθρα 42-56 των Κανονισμών της Χάγης (1899) που αφορούσαν στην πολεμική κατοχή επαναλήφθηκαν στους κανονισμούς της τέταρτης Σύμβασης της Χάγης (1907) με ελάχιστες και επουσιώδεις αλλαγές στη διατύπωσή τους»[4]. Σύμφωνα με το άρθρο 43 της Σύμβασης της Χάγης IV του 1907, οι κατέχουσες δυνάμεις όφειλαν να λαμβάνουν μέτρα για την αποκατάσταση και διατήρηση της δημόσιας τάξης και του δημόσιου βίου εφαρμόζοντας, πλην απολύτου κωλύματος, τους νόμους που ίσχυαν στην κατεχόμενη περιοχή[5]. Η ανωτέρω σύμβαση, που είχε υπογραφεί από την Ελλάδα, την Ιταλία και τη Γερμανία, απηχούσε αρχές του διεθνούς δικαίου που ίσχυαν γενικά και δέσμευαν όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως του αν αυτά είχαν επικυρώσει τη σύμβαση. Οι διατάξεις της σύμβασης απέδιδαν κανόνες διεθνούς δικαίου καθολικής ισχύος[6].

 

Η ΝΟΜΙΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Κατά τη διάρκεια της κατοχής το ελληνικό κράτος από «Βασίλειον της Ελλάδος» μετονομάστηκε από τους Γερμανούς σε «Ελληνική Πολιτεία».

Επίσης, κατά την διάρκεια της κατοχής λειτούργησαν ταυτόχρονα τρεις κυβερνήσεις, εκάστη εκ των οποίων υποστηριζόταν και αναγνωριζόταν από διαφορετικά κράτη και αυτοχαρακτηριζόταν ως η μοναδική νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας. Οι «κυβερνήσεις» αυτές ήταν: α) η εξόριστη στο Κάιρο ελληνική κυβέρνηση, την οποία δέχονταν ως νόμιμη κυβέρνηση οι Σύμμαχοι, β) η εκάστοτε κυβέρνηση της Αθήνας (Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου, Ράλλη), την οποία είχαν διορίσει οι Γερμανοί και γ) η αποκαλούμενη «κυβέρνηση του βουνού», που είχε δημιουργήσει το Ε.Α.Μ. 

Μέχρι σήμερα, υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των υποστηρικτών των νικητών του Β΄ ΠΠ για το ποιά ήταν η νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας κατά την κατοχή. Πολιτικοί και ιστορικοί, ανάλογα με το πού πρόσκεινται ιδεολογικά ή ποιά συμφέροντα εξυπηρετούν, αναγνωρίζουν ως νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας είτε την «εξόριστη» κυβέρνηση του Καΐρου είτε την κομμουνιστική «κυβέρνηση του βουνού». Αποφεύγουν, όμως, να ανατρέξουν στο ισχύον κατά την εποχή που εξετάζουμε διεθνές δίκαιο, το οποίο ξεκάθαρα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας ήταν η εκάστοτε διορισμένη από τους Γερμανούς κυβέρνηση της Αθήνας, διότι ήταν εκείνη που ασκούσε αποτελεσματικό έλεγχο στην ελληνική επικράτεια με ελάχιστες εξαιρέσεις προσωρινής αδυναμίας άσκησης αυτού σε συγκεκριμένες περιοχές (π.χ. προσωρινή κατοχή περιορισμένων εδαφών από ομάδες ανταρτών). Η «εξόριστη» κυβέρνηση του Καΐρου προσπαθούσε να επεκτείνει την δράση της στην ελληνική επικράτεια με την αποστολή πρακτόρων, την διατήρηση φιλικών προς αυτήν ομάδων ανταρτών και την λειτουργία δικτύου κατασκοπίας όμως σε καμία περίπτωση δεν ασκούσε αποτελεσματικό έλεγχο σε οποιοδήποτε τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Η κομμουνιστική «κυβέρνηση του βουνού», μέσω ομάδων ανταρτών, κατόρθωνε να ελέγχει προσωρινά κάποιες περιοχές - όπου μάλιστα προσπαθούσε να εγκαθιδρύσει κρατικούς θεσμούς (διοίκηση, σχολεία, δικαστήρια κλπ) - όμως οι κατοχικές στρατιωτικές δυνάμεις είχαν την δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να προβούν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και να επανακτήσουν τον φυσικό έλεγχο αυτών των περιοχών. Επομένως, η ισχυρότερη κατέχουσα δύναμη (Γερμανία) - μέσω των διορισμένων από αυτήν κυβερνήσεων - ασκούσε την διακυβέρνηση της χώρας στην θέση της εκδιωχθείσας κυβέρνησης και απέκλειε από την άσκηση της διακυβέρνησης οποιονδήποτε τρίτον, συμπεριλαμβανομένης της κομμουνιστικής «κυβέρνησης του βουνού». Το γεγονός αυτό αποσιωπάται από αριστερούς και δεξιούς που επί δεκαετίες καλλιεργούν τον μύθο είτε της ελεύθερης Ελλάδας στα βουνά είτε της συνέχισης της διακυβέρνησης της Ελλάδας από την αυτοεξόριστη και πλήρως ελεγχόμενη από τους Συμμάχους κυβέρνηση του Καΐρου.

 

Η ΑΠΟΝΟΜΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Βάσει του ισχύοντος διεθνούς δικαίου, κατά τη διάρκεια της πολεμικής κατοχής οι κατέχουσες δυνάμεις[7] όφειλαν να εξασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, την απονομή της δικαιοσύνης από τα υπάρχοντα δικαστήρια σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, η κάθε μία στα εδάφη που κατείχε. Σύμφωνα με τον Φραγκίστα, η προ της κατοχής ισχύουσα στις κατεχόμενες χώρες νομοθεσία διατηρεί και μετά την κατοχή την ισχύ της, εφόσον ο κατακτητής δεν προέβη σε μεταβολή της εντός των ορίων του διεθνούς δικαίου και τα δικαστήρια της κατεχόμενης πολιτείας, εφόσον τα σεβάστηκε ο κατακτητής, συνεχίζουν το έργο τους εκδίδοντας δικαστικές αποφάσεις στο όνομα της κατεχόμενης χώρας[8].

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι κατέχουσες δυνάμεις διατήρησαν σε ισχύ την ελληνική νομοθεσία και τα ελληνικά δικαστήρια συνέχισαν να λειτουργούν. Η Ελληνική Πολιτεία συνέχισε να νομοθετεί και να εξασφαλίζει τη λειτουργία συστήματος απονομής δικαιοσύνης και την παραπομπή στα αρμόδια δικαστήρια όσων φέρονταν να έχουν διαπράξει εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου αλλά και εγκλήματα πολέμου στην ελληνική επικράτεια. Πέραν των ελληνικών δικαστηρίων, στη γερμανική και την ιταλική ζώνη κατοχής λειτούργησαν γερμανικά και ιταλικά στρατοδικεία αντίστοιχα (π.χ. Γερμανικό Στρατοδικείο Αθήνας, Γερμανικό Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης) στα οποία παραπέμπονταν Γερμανοί και Ιταλοί στρατιωτικοί αντίστοιχα αλλά και Έλληνες πολίτες[9]. Κατ’ εξαίρεση, τα στρατοδικεία της Βέρμαχτ δεν είχαν καμία δικαιοδοσία στις μονάδες των SS και, επομένως, δεν ήταν αρμόδια να δικάσουν υποθέσεις που αφορούσαν άνδρες των SS. Τα μέλη των SS δικάζονταν μόνο από δικαστήρια των SS[10].

            Εξαίρεση στα ανωτέρω αποτέλεσε η Βουλγαρία, η οποία διαρκούσης της κατοχής με πράξη του εσωτερικού της δικαίου προσάρτησε τα κατεχόμενα ελληνικά εδάφη. Κατόπιν τούτου, η βουλγαρική κυβέρνηση θεωρούσε ότι η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη δεν τελούσαν υπό καθεστώς στρατιωτικής κατοχής αλλά αποτελούσαν επαρχίες της βουλγαρικής επικράτειας. Κατά συνέπεια, οι Βούλγαροι κατήργησαν τα ελληνικά δικαστήρια και στη θέση τους δημιούργησαν βουλγαρικά δικαστήρια, με Βούλγαρους δικαστές. Η λειτουργία βουλγαρικών δικαστηρίων εντασσόταν σε μία ευρύτερη προσπάθεια εκρίζωσης του εθνικού φρονήματος των Ελλήνων και εκβουλγαρισμού της περιοχής, που περιλάμβανε την απόλυση των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων, την απαγόρευση χρήσης της ελληνικής γλώσσας, την αντικατάσταση ελληνικών τοπωνυμίων από βουλγαρικά κλπ. Η ανωτέρω «προσάρτηση» από άποψη διεθνούς δικαίου πρέπει να θεωρηθεί ως μη υπάρχουσα και μη δυνάμενη να επιφέρει έννομα αποτελέσματα[11]. Κατά μία άλλη εκδοχή[12], η Βουλγαρία προσπάθησε να προσαρτήσει την Θράκη διά δημοψηφίσματος, το οποίο ματαιώθηκε πιθανόν εξαιτίας ενεργειών του ειδικού απεσταλμένου του Φύρερ στην Ελλάδα, Χέρμαν Νοϊμπάχερ, και του Γερμανού πρεσβευτή στην Ελλάδα, Γκύντεν Άλτενμπορυργκ. Αντίστοιχη ήταν και η δράση των Ιταλών στα κατεχόμενα Επτάνησα, τα οποία οι Ιταλοί θεωρούσαν ιταλική κτήση.

            Υπό τέτοιες συνθήκες, παρά την συνέχιση της λειτουργίας των ελληνικών δικαστηρίων, ουδείς σώφρων θα ανέμενε να διωχθούν ποινικά Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι και συνεργάτες τους εγκληματίες πολέμου από τις αρχές κατοχής. Οι Έλληνες ανέμεναν προς τούτο την απελευθέρωση της Ελλάδας, δεδομένου ότι τα κράτη των οποίων η επικράτεια βρίσκεται υπό κατοχή έχουν το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα να προβούν στην ποινική δίωξη εγκληματιών πολέμου, ιδιαίτερα δωσιλόγων, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο[13], αλλά πριν από την απελευθέρωση αυτό δεν ήταν εφικτό.

            Από πλευράς της λεγόμενης «κυβέρνησης του βουνού» έγιναν προσπάθειες να λειτουργήσουν δικαστήρια στην λεγόμενη ελεύθερη Ελλάδα[14], δηλαδή στις ορεινές περιοχές που κατείχαν κατά καιρούς οι αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. Τα «ανταρτοδικεία» αποτελούν μαύρη σελίδα στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, διότι λειτούργησαν ως ιδεολογικά δικαστήρια, που δίκαζαν με βάση την κομμουνιστική ιδεολογία χωρίς εχέγγυα αμεροληψίας και ανεξαρτησίας. Για τον λόγο αυτόν μόνο άνθρωποι με παρωπίδες αναγνωρίζουν τις αποφάσεις τους ως δικαστικές αποφάσεις.    

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Δορδανάς Σ., Το αίμα των αθώων – αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία 1941-1944, Αθήνα 2007.

 

Ζέπος Δ., Λαϊκή δικαιοσύνη εις τας ελευθέρας περιοχάς της υπό κατοχήν Ελλάδος, 2η έκδοση, Αθήνα 1986.

 

Κούκουνας Δ., Η ελληνική οικονομία κατά την κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια, 2η έκδοση, Θεσσαλονίκη 2012.

 

Κύρου Α., Η συνωμοσία εναντίον της Μακεδονίας 1940-1949, Αθήνα 1950.

 

Μαγκριώτης Δ., Θυσίαι της Ελλάδος και εγκλήματα κατοχής 1941-1944, Αθήνα 1949.

 

Σαρηγιαννίδης Μ., Η πολεμική κατοχή κατά το διεθνές δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2011.

 

Φραγκίστας Χ., «Νομικά ζητήματα μετά την βουλγαρικήν κατοχήν», Αρμενόπουλος, 1948.

 

Wright Q., «War Criminals», 39 AJIL (1945).

 

 

 

[1] βλ. σχετικά: Κούκουνας Δ., Η ελληνική οικονομία κατά την κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια, 2η έκδοση, Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 126 και 137-138.

[2] Κύρου Α., Η συνωμοσία εναντίον της Μακεδονίας 1940-1949, Αθήνα 1950, σελ. 43.

[3] Μαγκριώτης Δ., Θυσίαι της Ελλάδος και εγκλήματα κατοχής 1941-1944, Αθήνα 1949, σελ. 20-21.

[4] Σαρηγιαννίδης Μ., Η πολεμική κατοχή κατά το διεθνές δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 29.

[5] Άρθρο 43 της Σύμβασης της Χάγης IV του 1907 «περί των νόμων και εθίμων του κατά ξηράν πολέμου»: «Άμα ως η εξουσία της νομίμου Κυβερνήσεως περιέλθη πράγματι εις χείρας του καταλαβόντος, ούτος δέον να λαμβάνη πάντα τα υπ’ αυτού εξαρτώμενα μέτρα προς αποκατάστασιν και διατήρησιν κατά το εφικτόν, της δημοσίας τάξεως και του δημοσίου βίου, ευλαβούμενος, πλην απολύτου κωλύματος, τους ισχύοντες εν τω τόπω νόμους […]».

[6] Φραγκίστας Χ., «Νομικά ζητήματα μετά την βουλγαρικήν κατοχήν», Αρμενόπουλος, 1948, σελ. 52.

[7] Αρχικά κατέχουσες δυνάμεις ήταν η Γερμανία, η Ιταλία και η Βουλγαρία. Μετά από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η Γερμανία κατέλαβε τα εδάφη της Ελλάδας που κατείχε η Ιταλία. Με δεδομένο ότι η Βουλγαρία ήταν πειθήνιο όργανο της Γερμανίας, ουσιαστικά η Γερμανία υπήρξε η κυρίαρχη κατέχουσα δύναμη.

[8] Φραγκίστας Χ., ό.π., σελ. 53.

[9] Για περιπτώσεις παραπομπής Ελλήνων πολιτών στα Γερμανικά Στρατοδικεία που λειτουργούσαν στην Ελλάδα βλ. ενδεικτικά: Κούκουνας Δ., ό.π., σελ. 56, 79 και 112.

[10] Δορδανάς Σ., Το αίμα των αθώων – αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία 1941-1944, Αθήνα 2007, σελ. 300.

[11] Για το ζήτημα της «προσάρτησης» βλ. αναλυτικά: Φραγκίστας Χ., ό.π., σελ. 50 επ.

[12] βλ. αναλυτικά: Κούκουνας Δ., ό.π., σελ. 137.

[13] Wright Q., «War Criminals», 39 AJIL (1945), σελ. 273.

[14] βλ. σχετικά: Ζέπος Δ., Λαϊκή δικαιοσύνη εις τας ελευθέρας περιοχάς της υπό κατοχήν Ελλάδος, 2η έκδοση, Αθήνα 1986.

Έργα και Ημέρες Ιωάννου Μεταξά

Το Κέντρο Μελετών & Προώθησης Εθνικών Ιδεών Φ (Κέντρο Φ), θέλοντας να τιμήσει τα 80 Χρόνια από την εποποιΐα του 1940 (και σε συνέχεια της δράσης τιμής που οργάνωσε για τα 2.500 Χρόνια από τη Μάχη των Θερμοπυλών και τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας), συγκέντρωσε κείμενα τα οποία γράφτηκαν για αυτό τον σκοπό κατόπιν σχετικού καλέσματος τού Κέντρου Φ.
Σε πνεύμα επιστημονικής ελευθερίας, δίνονται στη δημοσιότητα για το ευρύ κοινό.

 

Γράφει ο Βασιλόπουλος Χάρης

 

ΕΡΓΑ και ΗΜΕΡΕΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ

 

Α) Ο Ιωάννης Μεταξάς πολιτικός

Κορυφαίο Εθνικιστικό έργο παρήγαγε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, του Εθνάρχη μας Ιωάννου Μεταξά.

H εγκαθίδρυση του εθνικού-ολοκληρωτικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, εξου και Εθνικιστικό καθεστώς, επεβλήθη χωρίς να χυθεί ούτε μία σταγόνα ελληνικού αίματος! Την 10η βραδινή της 4ης Αυγούστου 1936!

 

Αρχικό μέλημα του κυβερνήτη υπήρξε η δημιουργία της Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας, της Ε.Ο.Ν. 

Η Ε.Ο.Ν. απετέλεσε μία μαζική οργάνωση των νέων ηλικίας από 8 έως 25 ετών. Η Ε.Ο.Ν. ήταν έργο προσωπικό του Ιωάννου Μεταξά ο οποίος έβλεπε ότι το μέλλον του Έθνους ήταν στα χέρια των νέων. Προσπάθησε μέσα από την οργάνωση να τους δώσει υγιή ιδεώδη και  εθνική υπερηφάνεια

 

Τον Νοέμβριο του 1939 η Ε.Ο.Ν. αριθμεί πάνω από 750.000 μέλη και το 1940 ξεπερνούσαν το 1.000.000 που προέρχονται  απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις. Πλούσιοι και πτωχοί, αγόρια και κορίτσια, παιδιά του Σχολείου, ίσοι μεταξύ τους, φορώντας όλοι την ίδια σκουρόχρωμη μπλε στολή και χαιρετώντας με προτεταμένη την δεξιά.

 

Παντού νέοι και νέες δραστηριοποιούνται. Διοργανώνονται αθλητικοί αγώνες, καλλιτεχνικές παραστάσεις, γίνεται εθνική διαπαιδαγώγηση και εθνική διαφώτιση, σύμφωνα με τις κοινωνικές και πολιτικές κατευθύνσεις της 4ηςΑυγούστου.  Τα νεαρά αγόρια εκπαιδεύονται σε στρατιωτικές ασκήσεις για να είναι προετοιμασμένα σε αυτά που θα αντιμετωπίσουν αργότερα ως άνδρες. Οι καλύτεροι επιβραβεύονταν με ηθικές αμοιβές.

  

Η Ε.Ο.Ν. θα διαλυθεί τον Απρίλιο του 1941 (43 μήνες μετά τον θάνατό του), θα διατηρήσει όμως την αίγλη της και το μύθο της. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κομμουνιστές ονόμασαν την αντιστασιακή νεολαιίστικη οργάνωσή τους Ε.Π.Ο.Ν., που παραπέμπει στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας, εκμεταλλευόμενοι έτσι τα πατριωτικά αισθήματα του ελληνικού λαού. Η Ε.Ο.Ν. ήταν ένα από τα κορυφαία έργα του καθεστώτος της 4ης  Αυγούστου και προσωπικά του Εθνικού Κυβερνήτη Ιωάννου Μεταξά. Αν και με ολιγόχρονη Ιστορία, σφράγισε με την παρουσία της μια εποχή και αποτελεί πρότυπο οργάνωσης Νεολαίας ακόμα και σ’ ένα σύγχρονο Λαϊκό Εθνικό Κράτος.

Σύμφωνα με τις αρχές του Εθνικισμού, ο Ι. Μεταξάς οργάνωσε το Νέο Κοινωνικό Κράτος.
Η λίστα έργων που ακολουθεί φαντάζει επίκαιρη όσο ποτέ, έστω και αν έχουν περάσει 80 και πλέον έτη. Τόσο γερά ήταν τα θεμέλια που ετέθησαν, αλλά ακόμη και αυτά δεν μπόρεσαν να αντέξουν τρείς δεκαετίες, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, άνομης διαχείρισης, ταμειακής απάτης, και ξεπουλήματος του κράτους με τελευταίο αποτέλεσμα όλων αυτών, το μνημόνιο. 

1)         Καθιέρωση 8ώρου εργασίας και πληρωμής υπερωριών.
2)         Καθιέρωση υποχρεωτικής αργίας την Κυριακή που υπεβλήθη σε 80 πόλεις και χωριά.
3)         Καθιερώνεται η Πρωτομαγιά ως επίσημη εθνική εργατική εορτή.
4)         Καθιέρωση υποχρεωτικής 15ήμερης αδείας μετ’ αποδοχών και θερινών διακοπών.
5)         Καθιέρωση ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος. Καθορίζονται κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων και υπογράφονται οι πρώτες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, μέχρι το 1938 είχαν υπογραφεί 237 συλλογικές συμβάσεις.
6)         Επέβαλε τις στολές εργασίας για τους εργάτες στα εργοστάσια, προκειμένου να μην φθείρουν τα ρούχα τους, να είναι όλοι ομοιόμορφα ντυμένοι και να αποφεύγονται εργατικά ατυχήματα.
6)         Ίδρυση του ΙΚΑ. Έναρξη λειτουργίας: 1-12-1937.
7)         Απαγορεύεται αυστηρά η παιδική εργασία.
8)         Ίδρυση Κρατικών παιδικών σταθμών.
9)         Θεσμοθετήθηκε και οργανώθηκε η νοσηλεία όλων των εργαζομένων. Δημιουργήθηκαν  ιατρεία για την παρακολούθηση των εγκύων. Καταπολεμήθηκε η ελονοσία και δημιουργήθηκαν 42 ιατρεία.
10)       Καταπολεμήθηκαν τα τραχώματα (η κύρια αιτία της τύφλωσης) και δημιουργήθηκαν 51 ιατρεία. Νοσηλεύτηκαν 7.124 παιδιά[1]
11)       Οργανώθηκαν συσσίτια μαθητικά για 50.000 παιδιά.
12)       Οργανώθηκαν συσσίτια απόρων ανέργων σε 48 πόλεις της Ελλάδος.
13)       Ιδρύθηκε η  «Εργατική Εστία» με στόχο να προσφέρει  ψυχαγωγία, μαθήματα  γραφής και ανάγνωσης, εκδρομές, θεατρικές παραστάσεις. 
14)       Ιδρύθηκε  Σχολή Νοσοκόμων. Οργανώθηκε «Εκθεση Υγιεινής στο Ζάππειο το 1938».
15)       Επιτυγχάνεται πλήρης απασχόληση. Ανεργία 0%.
16)       Επιτυγχάνεται για πρώτη φορά στην ιστορία του Ελληνικού Κράτους, πλεονασματικός προϋπολογισμός.
17)       Ξεκινούν οι πρώτες γεωτρήσεις για την άντληση πετρελαίου στα δυτικά κοιτάσματα της χώρας στην περιοχή Κατακόλου Ηλίας.

18)       Ιδρύθηκε η Ραδιοφωνία.
19)       Οργανώθηκαν ταχυδρομικές και τηλεφωνικές υπηρεσίες.
20)       Ενίσχυσε το γυναικείο κίνημα και την θέση της γυναίκας.
21)       Έκανε σύνθημα το Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια, γιατί αυτό υπήρξε επί αιώνες ο θεμέλιος λίθος της Ελληνικής Κοινωνίας.
22)       Χαρίστηκαν όλα τα δάνεια σε αγρότες.
23)       Γίνεται ευρεία διανομή της γης, αποξηράνσεις και αρδευτικά έργα, έφεραν σαν αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση της γεωργικής παραγωγής και του εισοδήματος των αγροτών.
Παίρνει μέτρα πρωτόγνωρα για την εποχή, υπέρ των εργατών και των αγροτών, που αποτελούσαν την βάση του καθεστώτος. Με σθένος θέτει τις βάσεις πάνω στις οποίες εργάτες και αγρότες, αλλά και όλη η μεσαία τάξη της χώρας, στηρίχθηκαν για να προστατευθούν και να ευημερήσουν. 

Εκτός από το κοινωνικό κράτος που δημιούργησε, τα δημόσια έργα που ξεκίνησαν και τελείωσαν σε 4 περίπου χρόνια, στέκονται ακόμα και τώρα μεγαλεπήβολα σε κάθε γωνιά της Ελλάδος. Παρακάτω μερικά από αυτά:

-           Κτήριο σιδηροδρομικού σταθμού στη Θεσσαλονίκη.  
-           Αεροδρόμια Θεσσαλονίκης, Κρήτης και Χασανίου (το αεροδρόμιο που εξυπηρετούσε όλη την Αθήνα μέχρι το 2003, ήταν το αεροδρόμιο του Ελληνικού που παρακμάζει ανεκμετάλλευτο εδώ και 17 χρόνια).
-           Λιμενικά έργα στην Θεσσαλονίκη.
-           Νοσοκομεία στην Θεσσαλονίκη 1.200 κλινών και το Νοσοκομείο Σωτηρία στην Αθήνα.
-           Κατασκευάστηκε το δίκτυο υπονόμων της Αθήνας. 
-           Αντιπλημμυρικά έργα σε όλη την επικράτεια.
-           Δημιουργήθηκαν υδραγωγεία σε πολλά σημεία.
-           Ανεγέρθηκαν δημοτικά  σχολεία, Παιδικοί σταθμοί και Νηπιαγωγεία, στο  σύνολο 484.
-           Ιδρύθηκαν Νυκτερινές σχολές.
-           Στη Νέα Φιλαδέλφεια εγκαταστάθηκε το Κολυμβητήριο Αθηνών.
-           Κτίστηκαν 866 νέες προσφυγικές κατοικίες.
-           Δικαστικά κτίρια, Πρωτοδικεία, Τελωνεία, Τραπεζικά κτίρια, Συνοικιακές αγορές δηλαδή οι σημερινές Λαϊκές αγορές.
-           Έργα οδοποιίας, ανοίχτηκαν νέοι δρόμοι.
-           Αγορά και κατασκευή σιδηροδρομικών οχημάτων.
-           Ηλεκτροκίνηση σιδηροδρόμου Αθηνών - Κηφισιάς, ο γνωστός ηλεκτρικός.
-           Μετεωρολογικός σταθμός Πειραιώς.
-           Ιδρύθηκε Σχολή Λιμενικών Υπαλλήλων.

Μεγάλη σημασία για την Ελληνική κοινωνία είχαν επίσης και τα δάση – γεωργία – κτηνοτροφία.
Ο Ι. Μεταξάς έκανε και εδώ θαύματα:
-           Ονομάστηκαν οι τρείς πρώτοι στην Ευρώπη Εθνικοί Δρυμοί (Όλυμπος, Πάρνηθα, Αίνος).
-           Πρόληψη πυρκαγιών και προστασία από αυτές. Από 683 πυρκαγιές το 1936 έγιναν μόνο 50 μετά από δύο χρόνια. Σε πρόγραμμα αναδασώσεων επίσης, φυτεύτηκαν το 1939 16.500.000 δένδρα.
-           Εγκαταστάθηκαν εργοστάσια ξυλείας στους χειμάρρους.
-           Αγροφύλακες και γεωπόνοι ετέθησαν στη υπηρεσία των καλλιεργητών.
-           Συνεστήθη πρώτη φορά στατιστική υπηρεσία των Αγροτικών και Γεωργικών Συνεταιρισμών.
-           Επεκτάθηκε και προστατεύθηκε η ρυζοκαλλιέργεια.
-           Έγιναν γεωργικά συνέδρια.
-           Ιδρύθηκε η Λαχαναγορά.
-           Μέτρα υπέρ των παραγωγών σιταριού.
-           Συνεστήθη επιτροπή προστασίας καπνού.
-           Το 1937 ιδρύθηκε ινστιτούτου Οίνου και Αμπέλου.
-           Μειώθηκε η φορολογία του ελαίου.

Από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Ι. Μεταξά ήταν η επανάσταση και οι καινοτομία που έφερε στην  παιδεία, στην εκπαίδευση και στον πολιτισμό
-           Το 1938 Ιδρύθηκε η Φοιτητική Εστία.
-           Ιδρύθηκε ο Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων. Ο.Ε.Σ.Β., ο σημερινός ΟΕΔΒ.
-           Δημιουργήθηκαν 35 εγκαταστάσεις  για παιδικές εξοχές. Ιδρύθηκαν παιδικά αναρρωτήρια.
-           Διορίσθηκαν δημοδιδάσκαλοι. Ιδρύθηκαν 1450 Νυκτερινά Σχολεία.
-           Φοίτησαν εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές.
-           Διδάχθηκε η Δημοτική γλώσσα στα Δημοτικά σχολεία.
-           Εγκαινιάστηκε η πρώτη Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση στο Ζάππειο.
-           Πραγματοποιήθηκαν πρώτη φορά παραστάσεις αρχαίου δράματος στην Επίδαυρο και στο Ωδείον Ηρώδου του Αττικού.

Τεράστιο υπήρξε επίσης το έργο του Ι. Μεταξά στον τομέα της τέχνης, των γραμμάτων και του ελληνικού πολιτισμού[2]. Είπαν γι’ αυτόν και το έργο του κορυφαίες καλλιτεχνικές και πνευματικές προσωπικότητες της εποχής: Ο Αιμίλιος Βεάκης είχε πει «Ο Μεταξάς είναι αντάξιος του Λεωνίδα και του Παλαιολόγου» ενώ η Μαρίκα Κοτοπούλη είπε «Το ελληνικό θέατρο χρωστάει την αναγέννησή του στον Ι. Μεταξά»

Από τότε ο τουρισμός και οι αρχαιότητες που είναι γεμάτες η Ελλάδα είχε απασχολήσει τον Εθνικισμό. Έτσι:
-           Δόθηκε ιδιαίτερη φροντίδα στους αρχαιολογικούς χώρους και στους θησαυρούς, οι οποίοι εγκαίρως κρύφτηκαν προ του πολέμου με κάθε μυστικότητα κάτω από τα δάπεδα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών (μερικά ανεκτίμητης αξίας κομμάτια βρίσκονται ακόμα στα υπόγεια των μουσείων).
-           Ελήφθη πρόνοια για την  διατήρηση των αρχαιολογικών μνημείων.
-           Αναπτύχθηκε ο Τουρισμός κα καθορίστηκαν τουριστικές Ζώνες σε 26 πόλεις  και νησιά.
-           Έγινε τουριστική προβολή στο εξωτερικό με  έντυπα, διαλέξεις διαφημίσεις, ταινίες, δίσκους, άρθρα, ακόμα και Θεατρικές παραστάσεις.
-           Συνεστήθη η Τουριστική Αστυνομία.
-           Εγκαινιάστηκαν οι λουτροπόλεις Αιδηψού.
-           Αναγέρθηκαν ξενοδοχεία.
-           Οργανώθηκαν εκθέσεις ελληνικών προϊόντων στις Πρεσβείες με σκοπό την εξαγωγή των πλεονασμάτων.
-           Ιδρύθηκε Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων.
-           Έγιναν τα πρώτα υπερωκεάνια δρομολόγια που συνδέσαν την Ελλάδα με την Αμερική με το πλοίο «ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ».

Τι συνέβη όμως στην οικονομία όταν δεν υπήρχε, όπως λένε, δημοκρατία στην Ελλάδα επί Ιωάννη Μεταξά; Είχε «κληρονομήσει» από τις προηγούμενες δημοκρατικές κυβερνήσεις δάνειο και ζητούσαν πάλι εξαθλίωση του λαού. Όμως ο Μεταξάς δεν αποδέχτηκε το χρέος και προτίμησε να επιβιώσει ο ελληνικός λαός κι όχι οι τοκογλύφοι. Επέλεξε να μείνει όρθια η Ελλάς αντί να χαρίσει γη και ύδωρ όπως κάνουν σήμερα οι δωσίλογοι.

Εν τάχει αξίζει να αναφερθεί ότι έπληξε και διέλυσε με αποφασιστικότητα το ξενοκίνητο και ξενόδουλο ΚΚΕ. Εξορίστηκαν οι αμετανόητοι κομουνιστές, και φυλακίστηκαν όσοι δοκίμασαν να υπονομεύσουν την πορεία της ανασυγκρότησης του Έθνους. Ουδείς, όμως εκτελέστηκε. Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν έσκυψε ποτέ το κεφάλι του σε κανένα. Έλεγε μετά τον πόλεμο σε συνέντευξή του το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, Γιάννης Ιωαννίδης: «Στα τέσσερα χρόνια της δικτατορίας του, μας χάλασε ό,τι είχαμε φτιάξει σε 15 χρόνια. Κατάφερε να εκμηδενίσει όλη αυτή την αναρχία που μας εξυπηρετούσε».
Ο αριστερός συγγραφέας Βασίλης Ραφαηλίδης, έγραψε: «Ας μάθουμε επιτέλους να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και να μην παραποιούμε την ιστορία μας. Ο ελληνικός λαός, στην πλειοψηφία του, αγάπησε τον Μεταξά».

 

Β) Ο Ιωάννης Μεταξάς στρατιωτικός

Ο Ιωάννης Μεταξάς υπήρξε, πέρα από αρχηγός της Ελληνικής κυβέρνησης, υπουργός στρατιωτικών κατά την τετραετία 1936-1940 και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (Β’ ΠΠ) ο Ι.Μ επέδειξε εξαιρετικές ικανότητες, αφού ο ίδιος ήταν στρατιωτικός (Σπουδές σε Ελλάδα, στη Σχολή Ευελπίδων και στη Ακαδημία Πολέμου Βερολίνου Γερμανίας) με αρετές και χάρες, τέτοιες όπου συμμετείχε με αξιομνημόνευτη  επιτυχία ως ανώτερος και ανώτατος στρατιωτικός στους Βαλκανικούς πολέμους και στον Α’ ΠΠ.

Στην αρχή του Β’ ΠΠ ο Ι.Μ επέδειξε θάρρος και πατριωτισμό απέναντι στους Ιταλούς, όταν πήρε την προσωπική απόφαση και ενήργησε λέγοντας την αλησμόνητη φράση Alors, c’est la guerre! στον Ιταλό πρέσβη, όταν ο τελευταίος ζήτησε από τον Εθνάρχη να τους επιτραπεί η είσοδος των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Με τη φράση αυτή  ο Ιωάννης Μεταξάς μπόρεσε να εκφράσει σύσσωμο τον Ελληνικό λαό πίσω από την ιαχή ΟΧΙ![3]

Στο βιβλίο του «Η αρχή του τέλους - η επιχείρηση κατά της Ελλάδος», ο Ιταλός πρέσβης Εμμανουέλλε Γκράτσι  αναφέρει:

«Μόλις καθίσαμε, και επειδή η ώρα ήταν λίγα λεπτά μετά τις 3, του είπα αμέσως ότι η Κυβέρνησίς μου, μου είχε αναθέσει να το εγχειρίσω προσωπικά ένα κείμενο, που δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά το τελεσίγραφον της Ιταλίας προς την Ελλάδα, με το οποίον η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της στον Ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. της 28/10/1940. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε: «Alors, c'est la guerre» (Λοιπόν, έχουμε πόλεμο)»˙ ενώ η θυγατέρα του Μεταξά συμπληρώνει τα εξής (σ.σ δεν αναφέρονται στο βιβλίο του Ιταλού πρέσβη):
Γκράτσι: «Pas nécessaire, mon excellence» (όχι απαραίτητα εξοχότατε)
Μεταξάς: «Non, c'est nécessaire» (όχι, είναι απαραίτητο)

Μία πρωτοποριακή ενέργεια ήταν τα φύλλα πορείας. Με τη μέθοδο αυτή, αστραπιαία για την εποχή εκείνη, μπορούσε να συγκεντρώσει σε 15 ημέρες στρατό και να τον στείλει στο μέτωπο. Επίσης και με τις επιστρατεύσεις έκανε ακριβώς το ίδιο. Έστελνε στο μέτωπο με φύλλα πορείας ακόμα μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτών, με αποτέλεσμα ο Ιταλικός στρατός να δεχτεί το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Το σχέδιο δεν προέβλεπε άμεσα γενική επιστράτευση, αλλά μυστικά και σταδιακά καλούσε ορισμένες ηλικίες. Το γενικό σχέδιο ήταν επιθετικό και ας φαίνονταν αμυντικό αφού ο Μεταξάς το είχε εκπονήσει έτσι ώστε σε πολύ σύντομο χρόνο μπορούσε να επανδρώσει κάθε μέτωπο με σημαντικές δυνάμεις.  Άλλως τε, τον Μάιο του 1939 εξεδόθη από το υφυπουργείο Δημόσιας Ασφαλείας εγχειρίδιο υπό τον τίτλο "Κανονιστικοί Οδηγίαι Επιστρατεύσεως" και μέσα από αυτόν καθορίζονταν οι δικαιοδοσίες και τα καθήκοντα των σωμάτων ασφαλείας σε περίπτωση επιστράτευσης. Μετά από αυτό, και για αρκετό καιρό, ακολούθησαν εκδόσεις από το ίδιο υπουργείο με θέματα στρατιωτικής φύσεως σε συνεργασία πάντα με το υπουργείο στρατιωτικών. Έτσι, και υπό την απόλυτη τήρηση της εμπιστευτικότητας και μυστικότητας, πριν τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο είχαν αποσταλεί οδηγίες, σε όλη την επικράτεια στις Αστυνομικές αρχές, αναφορικά με τη λήψη αποφάσεων και μέτρων εν καιρώ πολέμου. Μεταξύ άλλων, οργάνωση και χρήση μεταφορικών μέσων, σύσταση ανωτέρων διοικήσεων, οργάνωση δικτύου πληροφοριών, ασφάλιση οχυρών, επιτήρηση παραμεθορίων περιοχών, απομάκρυνση υπόπτων στοιχείων και πρακτόρων κ.ά. Κάτω από αυτές τις προπαρασκευαστικές συνθήκες και με την οξυδέρκεια που διέκρινε τον ΙΜ, ένα τρίμηνο νωρίτερα της 28ης Οκτωβρίου, είχαν εγκατασταθεί στα ελληνοαλβανικά σύνορα έφεδροι αξιωματικοί και οπλίτες, 4 μεραρχίες και μια ταξιαρχία (συνολικά περίπου 360.000 άνδρες πέρασαν από το μέτωπο των ελληνοαλβανικών συνόρων).

Ως έμπειρος στρατιωτικός είχε δει το μέλλον της Ευρώπης και των κρατών της και έτσι ξεκίνησε ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα παραγωγής πολεμικού υλικού το οποίο καθιστούσε την Ελλάδα ικανή να αντιμετωπίσει έναν νέο πόλεμο.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και μέχρι τέλος του 1935 η Ελλάδα είχε έλθει σε τραγική θέση αναφορικά με τις στρατιωτικές δυνατότητες. Η αριθμητική δύναμη του Ελληνικού στρατού ήταν 7.800 άντρες ελάχιστα πολεμοφόδια και πυροβολικό."…Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η κατάσταση της αμύνης της χώρας είναι αυτόχρημα τραγική και απαιτείται η από τούδε συμπλήρωσις των ελλείψεων μιας στοιχειώδους αμύνης, άνευ της οποίας κινδυνεύει η υπόστασις ημών ως κράτος"[4]
Μέχρι το 1939 οι στρατιωτικές δαπάνες ανήλθαν σε περίπου 4,5δις δραχμές (πυροβολικό 2,6 δις, αεροπορία 1,3 δις, ναυτικό 0,6 δις). Μετά το ξέσπασμα του πολέμου οι χώρες της Ευρώπης δεν είχαν την δυνατότητα εξαγωγών πολεμικού υλικού και αεροσκαφών, ως εκ τούτου το εγχείρημα ανάπτυξης εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας ήταν αναγκαίο. Εκτός από τα αεροσκάφη και τα βομβαρδιστικά που προλάβαμε να αγοράσουμε από Πολωνία και Γαλλία, η εγχώρια πολεμική βιομηχανία ήταν σε θέση να καλύψει τις ανάγκες σε εφόδια, πυρομαχικά, οπλισμό, πυρίτιδα και εκρηκτικά. Η Εταιρεία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου (ιδιοκτησίας Μποδοσάκη) απασχολούσε πάνω από 12.000 εργαζομένους και ήταν το μεγαλύτερο εργοστάσιο στην Εγγύς Ανατολή αφού είχε δυνατότητα ημερήσιας παραγωγής ενός εκατομμυρίου φυσιγγίων, τριών χιλιάδων οβίδων και χιλίων πεντακοσίων βλημάτων όλμων. Ιδίας ιδιοκτησίας ήταν και το εργοστάσιο κατασκευής Αντιασφυξιογόνων Προσωπίδων.[5][6]

Έκτος όλων των παραπάνω, προχώρησε και σε οχυρωματικά έργα. Ένα από αυτά είναι η περίφημη «Γραμμή Μεταξά» όπου σκοπός της ήταν να αποτρέψει τον Βουλγαρικό στρατό που σκοπό είχε την καταπάτηση και κατάκτηση της Ελληνικής γης. Η «Γραμμή Μεταξά» αποτελείτο από 21 μόνιμα και εκατοντάδες ημι-μόνιμα οχυρά και εκτείνονταν σε μήκος 215 χλμ.  Ορισμένα από αυτά είναι το Οχυρό Ρούπελ, Οχυρού Αγ. Νικόλαος, Οχυρό Εχίνος, Οχυρό Νυμφαία κ.ά. Η κατασκευή της γραμμής είχε ξεκινήσει το 1914 με σχέδια του συνταγματάρχη τότε Ι. Μεταξά και το μεγαλύτερο μέρος της ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια της 4ης Αυγούστου.

Η πλήρη τους μορφή, έκταση και κατασκευή με εξαιρετικά ανθεκτικό τσιμέντο μεγάλου πάχους, έγινε ώστε να αντέχουν σε ισχυρές βόμβες κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και αυτό το έκανε ένα από τα καλύτερα οχυρά στην παγκόσμια ιστορία.[7] Κάθε οχυρό αποτελούταν από πλήθος υπογείων χώρων που επικοινωνούσαν μεταξύ τους και εξασφάλιζαν αυτάρκεια. Περιλάμβαναν πολυβολεία, αντιαεροπορικά πυροβολεία, , παρατηρητήρια, προβολείς, χειρουργείο, θαλάμους ανδρών, χώρος τροφίμων, ύδρευση και αποχέτευση, ασυρμάτους, τηλέφωνα κ.ά.

Τα οχυρά προσβλήθηκαν από τα Γερμανικά στρατεύματα και κράτησαν αντίσταση με τους 7.000 ήρωες υπερασπιστές τους. Στην Μάχη των Οχυρών οι Γερμανοί έχασαν 679 αξιωματικούς και 10.489 στρατιώτες και παραδόθηκαν μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς. 
Δεν έπεσαν!

Ο μεγαλύτερος σύμμαχος της Ελλάδος ήταν η Αγγλία. Οι Άγγλοι επίσης, μας ήθελαν συμμάχους, αλλά για άλλους λόγους, που θα αναλυθούν παρακάτω. Προτιμούσαν την Ελλάδα προσκολλημένη επάνω στην Αγγλία και όχι ανεξάρτητη. Παρ’ όλη την πίεση που είχε δεχθεί για αυτό ο Μεταξάς, δεν υπέκυψε ποτέ και με λογικά επιχειρήματα, εν τέλει, έγινε αυτό που ο ίδιος επιθυμούσε. Έλαβε στρατιωτική βοήθεια από την Αγγλία σε αεροσκάφη, προμήθειες και υλικά πολέμου. Από την άλλη η συμμαχία που σύνηψε η Αγγλία με την Ελλάδα, ίσως να μην ήταν αθώα. Οι βλέψεις τους ήταν να ανακατευτούν στα εσωτερικά ζητήματα της Ελλάδος και να βοηθήσουν προς την επίλυσή τους, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν αργότερα την Ελλάδα σαν μοχλό άσκησης πίεσης σε διεθνές επίπεδο. Όμως η επιμονή και η αποφασιστικότητα του Μεταξά να κινηθεί αυτόνομα δεν άρεσε στους Άγγλους: α) «ο στρατηγός Μεταξάς θα ήταν απρόθυμος να εγκαταλείψη την εξουσία του ή να χαλαρώσει το πρόγραμμά του»[8], και β) «υπήρξαν πληροφορίες ότι η υγεία του Μεταξά είναι κακή, αλλά δεν έχουν επιβεβαιωθη. Είναι άνθρωπος μεγάλης ηλικίας και υπάρχει πάντα η πιθανότης να εκλείψη από την σκηνήν. Εις παρομοίαν περίπτωσιν, είναι εμφανές, ότι θα ήταν προς συμφέρον μας να είχαμε κάποιον λόγο προς επιλογή ενός περισσότερον κατάλληλου διαδόχου»[9].

Ωστόσο η Αγγλία βοήθησε την Ελλάδα μόνο στον Ελληνογερμανικό πόλεμο και όχι στον Ελληνοϊταλικό και αυτό για τον εξής λόγο: Ο Μουσσολίνι πίστευε ότι μία εισβολή στην Ελλάδα με κατάληψη Ελληνικών εδαφών θα ισχυροποιούσε τη θέση της έναντι της Γερμανίας και θα αυξανόταν η επιρροή της σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Επομένως, πίστευε ότι η εκστρατεία κατά της Ελλάδος θα είχε πρωτίστως αντιγερμανικό χαρακτήρα˙ για αυτό επίσης δεν ενημέρωσε ποτέ τον Χίτλερ ότι θα εισέβαλλε στην Ελλάδα και όλες οι προετοιμασίες έγιναν υπό άκρα μυστικότητα.[10] Αυτός ο χαρακτήρας άρεσε και στον Τσώρτσιλ. Οι Μ. Βρεταννία δεν πολεμούσε για ιδεώδη όπως ειρήνη, ελευθερία, όπως έκαναν οι Έλληνες, αλλά για να εξαφανίσει την Γερμανία και μόνο την Γερμανία. Για αυτό το λόγο δεν έστειλαν βοήθεια ποτέ στην Ελλάδα κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο (ως αντιπερισπασμό), παρά μόνο κατά τη διάρκεια του Ελληνογερμανικού.[11]

Ο ΙΜ εκτός από στρατιωτικός, εκτός από πολιτικός, πάνω από όλα ήταν Έλληνας. Ήταν ένας ευσυγκίνητος άνδρας με πολιτικές και στρατιωτικές γνώσεις. Λογάριαζε τα Ελληνόπουλα που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του πολέμου και προσπαθούσε σε κάθε κίνησή του και σε κάθε επίσκεψή του στις μονάδες στρατού να τους εμψυχώνει και να τους σκέφτεται. Η ομοψυχία και η ανύψωση του ηθικού των στρατιωτών ήταν μέρος της προετοιμασίας. Έκανε συχνές επισκέψεις στους τραυματισμένους στρατιώτες στον Ερυθρό Σταυρό οι οποίες ήταν ό,τι δήποτε άλλο εκτός από εθιμοτυπικές αφού συνομιλούσε με κάθε έναν ξεχωριστά δίνοντάς τους κουράγιο.

Μέσω του λόγου του προς τους ιδιοκτήτες και συντάκτες του Αθηναϊκού τύπου (συνολικά εξεφώνισε πάνω από  250 λόγους σε όλη την επικράτεια και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα) εμψυχώνει το Ελληνικό Έθνος και δείχνει πίστη για τη νίκη. Έχει επίσης, όλα αυτά τα χρόνια συνάψει στρατηγική συμμαχία με τους Άγγλους και αυτό, κατά τη διάρκεια του πολέμου, έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση του στρατού και άρα την εμψύχωση των Ελλήνων στρατιωτών αλλά και στρατιωτικών στελεχών.

Η ανύψωση του ηθικού, η εμψύχωση και η ομοψυχία φαίνονται από το πρωί της 28ης Οκτωβρίου με το διάγγελμά του προς τον Ελληνικό λαό: «Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηρά ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ης πρωινήν την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους, κατά την ίδιαν αυτής βούλησιν, και μου ανεκοίνωσεν ότι προς κατάληψιν αυτών, η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζεν την 6η πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ'  εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο, ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος.
Τώρα θα αποδείξωμεν εαν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε δια την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας και τας ιεράς παραδόσεις μας.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών!»
Ιωάννης Μεταξάς

Εκτός αυτού, η αναπτέρωση του αισθήματος της Εθνικής αξιοπρέπειας ήταν μέλημα του Κυβερνήτη εξ αρχής. Έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον σεβασμό της έννοιας πατρίδα και των συμβόλων της. Έτσι, στις 16 Ιανουαρίου 1937 δημοσιεύθηκε αναγκαστικός νόμος περί του τρόπου απονομής του οφειλομένου σεβασμού προς την Εθνική σημαία και γενικώς τα εθνικά σύμβολα προς αναπτέρωση του αισθήματος της εθνικής αξιοπρέπειας.[12]

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Ιωάννη Μεταξά είναι ότι πάντα έλεγε την αλήθεια. Ήταν ένας πολιτικός που δεν ήξερε να λέει ψέματα, ένας πολιτικός που ήθελε ο λαός να ξέρει την αλήθεια. Η πληροφορία πέρναγε πάντα στο έθνος, δεν φοβόταν ποτέ την αλήθεια έστω και ήταν εναντίον του. Όλους τους αγώνες του στρατού μας, είτε ως νικητές είτε ως ηττημένοι, ο Μεταξάς θα έλεγε τα τεκτενόμενα ακριβώς όπως είχαν λάβει χώρα. Όταν ο λαός διάβαζε τις επίσημες ανακοινώσεις σημαίνει ότι διάβαζε την πραγματική εξέλιξη του πολέμου και την ωμή αλήθεια.

Ένιωθε υπεύθυνος απέναντι στο έθνος, στην πραγματικότητα και στην ιστορία. Για αυτό το λόγο απαγόρευσε από οποιονδήποτε την παραποίηση της αλήθειας στα πολεμικά ανακοινωθέντα.

Στις 22 Νοεμβρίου στην πόρτα του Ξενοδοχείο Μ. Βρετανία αναγγέλλει την πρώτη νίκη στην Κορυτσά! «Εκυριεύσαμεν την Κορυτσάν! Μεγάλη νίκη. Ενθουσιασμός απερίγραπτος.»


Ο Ι. Μεταξάς μπροστά στην πόρτα του ξενοδοχείο Μ. Βρετανία

Χειμώνας 1940…βαρύς… ο ΙΜ σκέπτεται τα παιδιά του στρατού και τα παιδιά στα οχυρά: Εκεί κρύο , χιόνια και πως τους πονώ και τους αισθάνομαι τα παιδιά μου του στρατού! Να μπορούσα να ήμουνα και εγώ εκεί μαζί τους! Ο χειμώνας συνεχίζεται και οι νίκες επίσηςׄ Πόγραδετς, Πρεμετή, Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο. Και κάπως έτσι έρχεται το νέο έτος, 1941. Ιανουάριος και ο Μεταξάς βρίσκεται επί ποδός, σκορπίζοντας τις στρατιωτικές γνώσεις του εις ανωτέρους αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού. Η κατάσταση την περίοδο αυτή είναι κρίσιμη καθώς τελειώνουν τα πυρομαχικά, τα εφόδια, το κρύο συνεχίζεται και η Αγγλική βοήθεια είναι ελλιπής. Μαθαίνουμε από του Ημερολόγιο του ΙΜ ότι λαμβάνει τηλεγράφημα από το Λονδίνο που αναφέρει ότι ο Γερμανικός στρατός κινείται. Καταλαβαίνει αμέσως ότι οι κινήσεις έχουν στόχο την Θεσσαλονίκη και τον υποκινούν να παραδοθεί στον Χίτλερ…. «Καλλίτερα να πεθάνωμεν...», είπε.

Μετά από λίγες ημέρες, ο θάνατος του Ιωάννου Μεταξά στις 29 Ιανουαρίου 1941, σύμφωνα με το επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν, προήλθε από παραμυγδαλικό απόστημα με επιπλοκές και γαστρορραγία.

Ωστόσο, ο Σπύρος Παξινός, ανώτατος αξιωματικός Αστυνομίας Πόλεων και Δ/ντης Γενικής Ασφαλείας Αθηνών ως το 1941, εκμυστηρεύτηκε σε Άγγλο διπλωμάτη (χωρίς να αναφέρει όνομα) ότι μετά το τέλος του πολέμου θα εξέδιδε ένα βιβλίο αναφορικά με το θάνατο του Ι. Μεταξά και θα απεκάλυπτε τον πραγματικό τρόπο θανάτου του. Την επόμενη ημέρα συνελήφθη από Άγγλους αξιωματικούς και εφυλακίσθη στο Άκρον Συρίας με τη δικαιολογία του πράκτορα των Γερμανών. Μετά το πέρας του Β’ ΠΠ, μεταφέρθηκε σε φυλακές των Ινδιών και το 1958 δολοφονήθηκε στο Πακιστάν και ως τώρα το έγκλημα παραμένει ανεξιχνίαστο.

 

Πηγές:

  • Η συνωμοσία της Αγγλίας κατά της Ελλάδος 1935-1944, Χονδροματίδης Ιάκωβος Π., ISBN: 9789609992459
  • Το Καθεστώς Μεταξά (1936-1940), Σπυρίδων Πλουμίδης (Λέκτορας, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών)
  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ, Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ, Ηλίας Ιωάννου Ηλιόπουλος, 2016, ISBN:978-960-9791-03-8
  • Η Ιστορία του Εθνικοσοσιαλισμού, Δημητρίου Δημόπουλου, Αθήνα 1963.
  • Ιωάννης Μεταξάς, Βιογραφία. Κων/νου Πλεύρη, 1975.
  • Διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940)
  • http://www.ioannismetaxas.gr
    https://www.voria.gr/article/to-nai-einai-eukolo-to-oxi-thelei-psuxi
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%AC%CF%82#cite_note-42
  • Λόγοι και Σκέψεις, Ι. Μεταξάς

 

 

[1] Βάσιν της προόδου, της χαράς, της ευτυχίας και της γενικής αναδημιουργίας της Ελλάδος αποτελεί η υγεία και η ευρωστία των πολιτών της...( Λόγος Ι.Μ 1.2.37)

 

[2] Ο ίδιος ο Μεταξάς δεν ήθελε να δημιουργήσει Υπουργείο Πολιτισμού γιατί πίστευε ότι ο πολιτισμός δημιουργείται και εκφράζεται από τους καλλιτέχνες. Παρ’ όλα αυτά στήριζε τις δημιουργίες τους οικονομικά και προέβαλε τα έργα τους αδιακρίτως, μέσα από τις Πανελλήνιες Εκθέσεις.

 

[3] Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Καθ. Πανεπιστημίου, Λόγιος,  Πρωθυπουργός 1967, Τα Χρόνια του Μεγάλου Πολέμου.
«Πρέπει να είμεθα χωρίς άλλο ευγνώμονες στον Ιωάννη Μεταξά διότι είπε ολομόναχος εις το σκοτάδι της νυκτός το μέγα ΟΧΙ . Λέγουν όσοι αντικρίζουν με εμπάθεια και αυτά τα γεγονότα της ιστορίας, ότι το ΟΧΙ δεν το είπε ο Μεταξάς , ότι το είπεν ο Ελληνικός λαός . Ναί το είπε ο Ελληνικός λαός αλλά αφού το είχε πεί ο Μεταξάς. Εάν έλεγε ο Μεταξάς ΝΑΙ ,  πως θα έλεγε  ΟΧΙ  ο Ελληνικός λαός που θα εξυπνούσε αργότερα; Θα το έλεγε βέβαια μέσα του και θα το εξεδήλωνε έμπρακτα όταν θα ωργάνωνε μυστικά την αντίστασίν του , αλλά η Αλβανική εποποιία δεν θα εγράφετο ποτέ. Ας είμαστε λοιπόν τίμιοι απέναντι της ιστορίας. Το μέγα ΟΧΙ είναι πράξις του Ι. Μεταξά». 

 

[4] Υπόμνημα ανώτατου στρατιωτικού συμβουλίου/14 Δεκεμβρίου 1932 / αριθμός 122.

 

[5] Sir Michael Palairet. Πρεσβευτής της Μ. Βρετανίας στην Αθήνα.
Eγγραφο προς το Φόρειν Οφις.
«Η πολιτική του στρατηγού Μεταξά έχει δικαιωθεί πλήρως. Ενώ επιμελώς απέφυγε να προκαλέσει οιονδήποτε διοργάνωσε αθορύβως την άμυνα του με αποτέλεσμα ότι όταν βρέθηκε αντιμέτωπος του ιταλικού τελεσίγραφου ακόμη σε μίαν απροσδόκητη στιγμή, ήταν σε θέση να προβάλει επαρκή αντίσταση στη βόρειο μεθόριό του».

[6] Sir Reginald Leeper. Πρεσβευτής Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα 1943. 
When Greek meets Greek. (Π. Βατικιώτης.Μία πολιτική Βιογραφία του Ιωάννη Μεταξά).
«...Παρόλα αυτά, ας μην ξεχνάμε ότι ο Μεταξάς ήταν αυτός που είπε όχι στον Μουσολίνι, αυτός που όχι μόνο έβαλε τους Έλληνες στον πόλεμο άλλα είχε ήδη μετατρέψει τον στρατό στη δύναμη που κατάφερε να κατατροπώσει τους Ίταλούς και αυτός που με την εκπληκτική στρατιωτική του ευφυία, χάραξε την στρατηγική  της όλης εκστρατείας. Όταν ακολούθησα την ταραχώδη πορεία της ελληνικής πολιτικής για τρία χρόνια δεν μου φάνηκε τόσο περίεργο ότι ο βασιλιάς Γεώργιος είχε παραχωρήσει στον Μεταξά πλήρη ελευθερία κινήσεων το 1939»

 

[7] Ο στρατηγός Σράιμπερ που εκ των υστέρων, μετά την παράδοση, διατάχθηκε να μελετήσει την κατασκευή τους, χαρακτήρισε την Γραμμή Μεταξά ανώτερη από την αντίστοιχη Γαλλική Μαζινό.  Παρείχαν σωστή θέση, άριστη κάλυψη και προσαρμογή πυρών από το έδαφος.

[8] Συνταγματάρχης Μπλάντ, «Μυστικά αρχεία foreign office», 19/02/1940

 

[9] Συνταγματάρχης Μπλάντ, «Μυστικά αρχεία foreign office – Μνημόνιο επίσημης βρετανικής εξωτερικής πολιτικής», 1/03/1940

[10] Δίκη της Νυρεμβέργης, Απολογίες Βίλχεμ Κάϊτελ (Στρατάρχης Γ’ Ράιχ) και Χέρμαν Γκαίρινγκ (Αντικαγκελάριος Γερμανικού Ράιχ)

[11] Filippo Anfuso Ιταλός διπλωμάτης, μέλος του Φασιστικού κινήματος, συγγραφέας
Επιστολές Τσώρτσιλ προς Μουσσολίνι. "Η εξωτερική πολιτική του Μουσολίνι" Πασκουάλε Βιλλάρι

 

[12] Α.Ν 447/1937 «Περί του τρόπου απονομής σεβασμού εις την εθνική σημαίαν και γενικώς τα εθνικά σύμβολα»

 

80 έτη μετά...

Το Κέντρο Μελετών & Προώθησης Εθνικών Ιδεών Φ (Κέντρο Φ), θέλοντας να τιμήσει τα 80 Χρόνια από την εποποιΐα του 1940 (και σε συνέχεια της δράσης τιμής που οργάνωσε για τα 2.500 Χρόνια από τη Μάχη των Θερμοπυλών και τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας), συγκέντρωσε κείμενα τα οποία γράφτηκαν για αυτό τον σκοπό κατόπιν σχετικού καλέσματος τού Κέντρου Φ.
Σε πνεύμα επιστημονικής ελευθερίας, δίνονται στη δημοσιότητα για το ευρύ κοινό.

 

 

 

80 έτη μετά...

 Γράφει ο Πασχάλης Μουλάς

 Για μία ακόμη χρονιά κατέφθασε η εορτή της κήρυξης πολέμου από την Ελληνική Κυβέρνηση του 1940 υπό τον Ιωάννη Μεταξά προς την ιταλική κυβέρνηση του Μπενίτο Μουσολίνι. Εφόσον το χρονικό των γεγονότων που αφορούν το τελεσίγραφο, καθώς και την έκβαση του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, είναι εν πολλοίς γνωστά, δεν θα τα αναφέρουμε για πολλοστή φορά.

 

 Παρακάμπτοντας μεταγενέστερες καταστάσεις, εναλλασσόμενα καθεστώτα και πρόσωπα στην κεντρική εξουσία της Πατρίδος, θα κάνουμε μνεία κυρίως στην 28η Οκτωβρίου του 2020, εν συγκρίσει με αυτή του 1940. Είναι, βεβαίως, λάθος -με επιστημονική ορολογία «αναχρονισμός»- να συγκρίνουμε διαφορετικές μεταξύ τους χρονολογίες και ιστορικά δρώμενα, γι’ αυτό και δεν θα προχωρήσουμε στο σφάλμα τούτο. Θα ασχοληθούμε, εν προκειμένω, με την Διαχρονική Ελληνική Σκέψη, τις Διαχρονικές Ελληνικές Αξίες και το Διαχρονικό Ελληνικό Συμφέρον, τα οποία είναι ομοούσια και αδιαίρετα στο πέρας των ετών.

 

 Κάθε Ελληνίδα, κάθε Έλλην οφείλει να προασπίζει στο έπακρο τα σύνορα της Πατρίδος και την ακεραιότητα των εδαφών, όποτε και εάν κληθεί να το πράξει, με τον τρόπο που μπορεί να το πράξει. Οι πολιτικοί, όμως, έχοντας την διακυβέρνηση των εδαφών αυτών στα χέρια τους σε καθημερινή βάση, χειριζόμενοι τα διπλωματικά μέσα, είναι πολύ περισσότερον υποχρεωμένοι εκ της θέσεώς των να διαφυλλάττουν την αδιαπραγμάτευτη ισχύ και θέληση του Έθνους προς επίτευξη ευημερίας και ειρήνης εντός των τειχών του ελλαδικού κράτους.

 

 Το «Alors, c’ est la guerre» του Ιωάννου Μεταξά εκφράζει μία πολυδιάστατη ελληνική αντίληψη. Οι Έλληνες πάντοτε πολεμούσαν και πολεμούν για την δόξα και όχι απαραίτητα για να νικήσουν. Πολεμούν για να συνεχίσει το ένδοξο Έθνος τους να περνά με χρυσά γράμματα στην καταγραφή της Παγκόσμιας Ιστορίας. Πολεμούν για να τιμήσουν τους πατεράδες και τους παππούδες τους και για να προστατέψουν τις οικογένειές τους από τη μπότα του κατακτητού. Δεν τον ρώτησαν ποτέ ποιό είναι το δόγμα του: αν είναι φασίστας, ναζί, σοσιαλιστής ή δημοκράτης. Για τους Ιταλούς φασίστες που μας επετέθησαν και άφησαν πίσω τους χιλιάδες Έλληνες νεκρούς... Για τους Γερμανούς ναζί που ήρθαν να υποστηρίξουν τους Ιταλούς συμμάχους των βυθίζοντας στην φτώχεια και την εξαθλίωση τον ελληνικό πληθυσμό με πάνω από μισό εκατομμύριο νεκρούς... Για τους Άγγλους δημοκράτες που απηγχόνιζαν τους Κυπρίους πατριώτας της ΕΟΚΑ που αγωνίζονταν για απελευθέρωση και ένωση με την Μητέρα Ελλάδα, αλλά και για τους Σοβιετικούς «σοσιαλιστές» που ήθελαν με την συνδρομή των εγχώριων σοβιετικών να βάλουν στη  στρούγγα των «γκούλαγκ» την Ελλάδα... η αντιμετώπιση ήτο ίδια και απαράλλακτος: Αντίσταση και Πάλη!

 

Όποιος και εάν είναι, είναι κατακτητής και δεν πρέπει να περάσει!

 

 Το διαχρονικό εθνικό συμφέρον της Ελλάδος επιτάσσει την Ενότητα, την Εθνική Στρατηγική, τις Υγιείς φωνές από όλες τις μεριές, την διπλωματία Ελληνικού Χαρακτήρα και την οικονομία μιας Αληθινώς αναπτυγμένης χώρας. Η διχόνοια, η μιζέρια, ο ωχαδερφισμός και η αδράνεια είναι ενάντια στο Ελληνικόν Πνεύμα. Όλες και όλοι είμαστε αδέλφια -όσες και όσοι θέλουμε το καλό της Ελλάδος τουλάχιστον, έστω και από διαφορετική σκοπιά ο καθένας- και δεν χωρούν μεμψιμοιρίες και πισώπλατα «μαχαιρώματα», ούτε αλληλοσκοτωμοί.

 

 Σε μια εποχή που το κλίμα είναι αρκετά τεταμένο με τις διεκδικήσεις των σελτζούκ-τούρκ έναντι ημών, το τελευταίο που έχει ανάγκη ο πανέμορφος αυτός τόπος είναι η πόλωση. Αντί να μαλώνουν μεταξύ τους οι πολιτικοί αρχηγοί στο κοινοβούλιο, ας βρουν μια κοινή συνισταμένη, ας ανακοινώσουν έστω μία κόκκινη γραμμή συντεταγμένα και ενωτικά: για να γνωρίζει ο τούρκος ότι είμαστε έστω κι έτσι μια γροθιά σε περίπτωση που επιχειρήσει το απονενοημένο, αλλά και για να γνωρίζουμε εμείς οι απλοί Έλληνες πολίτες που πονάμε την Πατρίδα, μέχρι πού είναι ικανό να φτάσει το ομολογουμένως διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα για να αμυνθεί των Πατρίων Εδαφών.

 

 Η 28η Οκτωβρίου του 2020 μας βρίσκει χωρίς παρελάσεις, χωρίς τις αυθόρμητες μοτοπορείες, χωρίς τα ελληνόπουλα να υψώνουν τις Ελληνικές Σημαίες με βηματισμό για να τιμήσουν τους Ήρωες της Αντίστασης. Δεν θα εξετάσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη αυτό, ούτε θα αναλύσουμε ΦΕΚ, ΚΥΑ κ.ά. Αυτό που, όμως, θα πρέπει να αναφέρουμε είναι ότι επιβάλλεται να έχουμε ως Έλληνες σθένος, αλλά και φόβο μόνον Θεού: κανενός άλλου είδους!

 

 Είμαστε αυτοί που λέγουμε «του ανδρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δε λογιέται». Είμαστε εκείνοι που έχουμε πει και ακόμη λέγουμε στον εχθρό και στους παρατρεχάμενούς του «Μολών Λαβέ», που πολεμούμε «Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος».

 

 Ας περάσουμε από τα λόγια, πλέον, στις πράξεις. Ας αλλάξουμε πρώτα εμείς τις λανθασμένες επιλογές μας. Ας πάψουμε να παραπονούμαστε συνεχώς σαν κακόμοιροι, ας περάσουμε στον Νυν Υπέρ Πάντων Αγώνα και ας εκλέξουμε επιτέλους εκείνους τους πολιτικούς που αξίζουν στην Ιστορία μας, που αξίζουν σε εμάς.

 

Μα πάνω απ’ όλα εμείς, ως Έλληνες, πρώτα πρέπει να αξίζουμε στους εαυτούς μας και στους προκατόχους μας.

 

Ζήτω η 28η Οκτωβρίου!

Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων!

Ζήτω η Αδιαίρετος Ελλάς!

Δόξα και Τιμή στους Ήρωες πεσόντες!

ΑΘΑΝΑΤΟΙ

 

 

Πασχάλης Κ. Μουλάς

Το Θαύμα των Ελλήνων

Το Κέντρο Μελετών & Προώθησης Εθνικών Ιδεών Φ (Κέντρο Φ), θέλοντας να τιμήσει τα 80 Χρόνια από την εποποιΐα του 1940 (και σε συνέχεια της δράσης τιμής που οργάνωσε για τα 2.500 Χρόνια από τη Μάχη των Θερμοπυλών και τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας), συγκέντρωσε κείμενα τα οποία γράφτηκαν για αυτό τον σκοπό κατόπιν σχετικού καλέσματος τού Κέντρου Φ.
Σε πνεύμα επιστημονικής ελευθερίας, δίνονται στη δημοσιότητα για το ευρύ κοινό.

 

 

Γράφει ο Μακρυγιάννης Βασίλειος

 

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ-ΝΑΖΙΣΜΟΥ

"O Xίτλερ έχει τσουβαλιάσει τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης, μόνο ο Έλληνας τσολιάς κυνηγά στην Κορυτσά τον Ιταλικό γίγαντα-Μουσολίνι". Λεζάντα σε γελοιογραφία της εποχής από την εφημερίδα Daily mail, που αποτυπώνει με χαρακτηριστική ακρίβεια το έπος των Ελλήνων του 1940 όταν όλη η Ευρώπη παραδίδονταν σχεδόν αμαχητί στις δυνάμεις του άξονα.
Συμπληρώνοντας φέτος 80 χρόνια από την εποποιία του <<ΟΧΙ>> των Ελλήνων στις δυνάμεις του Γ' Ράιχ και συγκεκριμένα  στην φασιστική Ιταλία του δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι. Η Ελλάδα και ο ελληνικός στρατός κατάφεραν κάτι που μέχρι τότε έμοιαζε με θαύμα στα πρώτα χρόνια του β ' παγκοσμίου πολέμου, κατάφεραν να νικήσουν μια στρατιωτική υπερδύναμη της εποχής και να δώσουν το πρώτο συμμαχικό χτύπημα στις δυνάμεις του άξονα που μέχρι τότε μετρούσαν μόνο νίκες στα πεδία των μαχών.Η νίκη των Ελλήνων στα βουνά της Αλβανίας και το βροντερό και περήφανο <<ΟΧΙ>> του ελληνικού λαού στις δυνάμεις του φασισμού δημιούργησε ένα τεράστιο κύμμα θαυμασμού του πολιτισμένου κόσμου, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των λαών της Ευρώπης που κινδύνευαν από την μπότα του ναζισμού και του φασισμού.
O δικτάτορας Μουσολίνι της Ιταλίας επιζητούσε την ευκαιρία για να μπεί  στην τροχιά των μεγάλων εξελίξεων. Ο ζωτικός χώρος και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές που αναζητούσε και η Ιταλία καθώς και η αναγνώριση από την παγκόσμια κοινότητα είχαν φέρει στην επικαιρότητα την κυριαρχία στη Μεσόγειο που ο Μουσολίνι θεωρούσε Ιταλική υπόθεση ("nave nostrum'') όπως ίσχυε στα χρόνια των Ρωμαίων. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται και ο πόλεμος κατά της αδύναμης Αιθιοπίας και η κατάκτηση της Αδδίς Αμπέμπα τον Οκτώβριο του 1935. Το 1938 ο Μουσολίνι στρέφει πια το ενδιαφέρον του στα Βαλκάνια όπου θεωρούσε πως το έδαφος ήταν πια πρόσφορο για δράση. Όταν ο Χίτλερ προσάρτησε τη Βοημία και τη Μοραβία ( 15 Μαρτίου 1939) χωρίς από ότι προκύπτει να ενημερώσει ο Μουσολίνι εισέβαλλε στην Αλβανία στις 7 Απριλίου 1939. 
Αφετηρία των γεγονότων είναι ο Απρίλιος του 1939 όταν με την κατάληψη της Αλβανίας ο Μουσολίνι έκανε ηλίου ολοφάνερες τις προθέσεις του, απέναντι στην πατρίδα μας. Η χώρα μας μετά την μικρασιατική καταστροφή είχε αφοσιωθεί στην θεραπεία  των τεράστιων προβλημάτων που είχαν ανακύψει τότε παραμελώντας την αμυντική της θωράκιση, αφού ήταν κοινή η πεποίθηση ότι μετά το αιματοκύλισμα  του Μεγάλου πολέμου ( Α' Παγκοσμίου ) το ενδεχόμενο για κάποια νέα σύγκρουση θα ήταν απίθανο. Από το 1935 και την Ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία η Ελλάδα όταν η ανησυχία άρχισε να σκιάζει  τους διεθνείς ορίζοντες, άρχισε μια αξιόλογη προσπάθεια για την θωράκιση της άμυνας της δίνοντας  βάρος στην οχύρωση, σε εξοπλισμούς, εκπαίδευση και οργάνωση. Η προσπάθεια οχύρωσης είχε στραφεί σχεδόν αποκλειστικά στη μεθόριο με την Βουλγαρία γιατί από κει φαίνονταν να υπάρχει απειλή, αφού η χώρα αυτή δεν είχε υπογράψει το Βαλκανικό σύμφωνο. Αντίθετα η απειλή από μόνη την Αλβανία θεωρούνταν σαν ουτοπία και η Ιταλία δεν θεωρούνταν άμεση απειλή αφού ίσχυε ακόμη το σύμφωνο φιλίας μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας του 1928. Όταν λοιπόν ήρθε η 28η Οκτωβρίου η Ελλάδα ήταν σχεδόν έτοιμη να αποκρούσει την Ιταλική επίθεση. Οι παράγοντες που συνετέλεσαν στην επιτυχημένη αντιμετώπιση της Ιταλικής εισβολής ήταν το υψηλό ηθικό και η ομοψυχία των Ελλήνων, η καλή προπαρασκευή ολόκληρου του ελληνικού πολεμικού μηχανισμού της χώρας και τέλος η υποτίμηση από την Ιταλική ηγεσία του αντιπάλου της.
   Ο Μουσολίνι που δεν μπορούσε να κρύψει την έκπληξή του για την ραγδαία εξέλιξη των επιχειρήσεων του γερμανικού στρατού, που μέσα στους πρώτους μήνες του 1940 κατακτούσε την μία μετά την άλλη τις χώρες της Ευρώπης, φοβούμενος ότι θα στερηθεί '' την δόξα '' του νικητή, κύρηξε στις 10 ιουνίου 1940 τον πόλεμο στη Γαλλία που ήδη ψυχοραγούσε μετά την αποχώρηση των Άγγλων από την Δουνκέρνη τον προηγούμενο μήνα. Από την άλλη μεριά δεν έπαψε να καθησυχάζει την Ελλάδα αλλά και να την κατηγορεί για φιλοαγγλική στάση. Οι ιταλικές προκλήσεις εναντίον της Ελλάδας έγιναν πιο δυναμικές και πιο έντονες από τότε που συνθηκολόγησε η Γαλλία στις 24 Ιουνίου. Τα καθημερινά προκλητικά δημοσιεύματα στον ιταλικό και αλβανικό τύπο ακολουθούσαν οι θερμές προσβολές ελληνικών πλοίων από αεροπλάνα στο Αιγαίο με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό του εύδριμου του στόλου μας ''ΈΛΛΗ'' στο λιμάνι της Τήνου την μέρα που γιόρταζε η Μεγαλόχαρη.
    Αρχές Οκτωβρίου οι ιταλικές στρατιές πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο τα ελληνοαλβανικά σύνορα και οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου ήταν σχεδόν καθημερινές. Διαβλέποντας αυτή την απότομη επιδείνωση η Ελληνική κυβέρνηση είχε πάρει με μεγάλη μυστικότητα από την άνοιξη του 1940 μια σειρά νέων μέτρων, όπως ήταν η πρόσκληση εφέδρων για εκπαίδευση στα νέα όπλα, η μυστική επιστράτευση κρίσιμων ειδικοτήτων και η συμπλήρωση της δύναμης στρατηγείων και μονάδων στην κρίσιμη περιοχή των αλβανικών συνόρων. Τότε είχε συγκροτηθεί και το απόσπασμα Πίνδου.
    Αφού λοιπόν το έδαφος είχε προετοιμαστεί κατάλληλα από τον Μουσολίνι, το μόνο που περίμεναν όλοι ήταν το πότε ο φασίστας δικτάτορας θα ξεκινούσε επίσημα πια τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας.
Ήταν σχεδόν τρεις τη νύχτα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Γκράτσι επέδωσε στον έλληνα πρωθυπουργό Μεταξά στο σπίτι του στην Κηφισιά, τελεσίγραφο της κυβέρνησής του, με το οποίο ζητούσε να επιτραπεί στον ιταλικό στρατό να καταλάβει ορισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους ως εγγύηση για την ουδετερότητα της Ελλάδας και την ασφάλεια της Ιταλίας, και αν τα ιταλικά στρατεύματα συναντούσαν αντίσταση αυτή θα κάμπτονταν με τα όπλα και η Ελληνική κυβέρνηση θα έφερνε την ευθύνη. Μέσα από την αφήγηση του ίδιου του Ιταλού πρεσβευτή Γκράτσι περιγράφεται λέξη πρός λέξη η στιγμή που ο Μεταξάς απάντησε αρνητικά στο απαράδεκτο και αισχρό ιταλικό τελεσίγραφο. ''ΟΧΙ, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ελεύθερη διέλευση.''  Ο Γκράτσι λίγο παρακάτω στην αφήγησή του γράφει '' Εκείνη την στιγμή μίσησα το επάγγελμα μου... Υποκλίθηκα με βαθύτατο σεβασμό στον υπερήφανο γέροντα, που δεν δίστασε να διαλέξει τον δρόμο της θυσίας αντί για την ατίμωση, και έφυγα''.
     Από εκείνη την στιγμή, τον λόγο έλαβε ο ελληνικός λαός και ο ένδοξος ελληνικός στρατός που κλήθηκαν να επικυρώσουν το μεγαλοπρεπέστατο ''ΟΧΙ'' στα πεδία των μαχών γράφοντας στα βιβλία της ιστορίας ένα σύγχρονο θαύμα και ένα στρατιωτικό έπος που σπάνια βρίσκεις όμοιό του. Οι έλληνες πολίτες και στρατιώτες δέχτηκαν με ενθουσιασμό το ''ΟΧΙ'' ενάντια στον ιταλικό επεκτατισμό και στόλισαν τα μπαλκόνια τους με γαλανόλευκες. Με κάθε μέσο οι έλληνες πολίτες έτρεχαν να παρουσιαστούν στις μονάδες τους αμέσως μόλις κηρύχθηκε η επιστράτευη στις 28 οκτωβρίου 1940. Κυριολεκτικά με το χαμόγελο στα χείλη οι Έλληνες στρατιώτες αναχωρούσαν για το μέτωπο και για το ραντεβού τους με την ιστορία. Η επιτυχέστατη έκβαση των μαχών Ελαιάς- Καλαμά και Πίνδου, η σωστή αμυντική στάση του ελληνικού στρατού το υψηλό φρόνημα και ο τεράστιος αγώνας των ελλήνων στρατιωτών και ακόμη και των Ηρωίδων των γυναικών της Ηπείρου που έκαναν και αυτές το δικό τους αγώνα για τον ανεφοδιασμό και την κάλυψη των αναγκών των ελλήνων στρατιωτών στα βουνά της Πίνδου οδήγησαν σε μια μεγαλειώδη νίκη που άλλαξε τους ρόλους του πολέμου και αμυνόμενοι Ελλάδα πέρασε πια στην αντεπίθεση. Χιλιάδες Ιταλοί στρατιώτες καθώς και πολλά λάφυρα των Ιταλών έπεσαν στα χέρια του ελληνικού στρατού που έκανε ένα τεράστιο θαύμα νικώντας μια υπερδύναμη της εποχής και συνυπολογίζοντας  το γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός μέχρι τότε δεν είχε ξανα αντιμετωπίσει σύγχρονο στρατό με άρματα μάχης και πολεμική αεροπορία όπως ο ιταλικός. 
     Η Ιταλική επίθεση στόχευσε αρχικά την Ήπειρο και την Πίνδο. Τα σφάλματα που έκαναν οι Ιταλοί στη πρώτη φάση των επιχειρήσεων ήταν τραγικά στη Θεσπρωτία και στην Πίνδο. Στον παραλιακό τομέα ενώ διέσπασαν την ελληνική άμυνα προχωρόντας κάτω από τον Καλαμά αδράνησαν αντί να στραφούν προς τα αριστερά και να βγουν στα νότα της όγδοης ελληνικής μεραρχίας. Η ιταλική μεραρχία Τζούλια εφορμώντας προς την Πίνδο διέλυσε το απόσπασμα του Δαβάκη προχώρησε στη Σαμαρίνα πλησιάζοντας το Μέτσοβο. Ήταν όμως μόνοι και όταν άρχισαν να φτάνουν υπέρτερες ελληνικές δυνάμεις παγιδεύτηκε και άρχισε τον αγώνα για τη σωτηρία της. Στις 13 νοέμβρη 1940 ήταν πια ολοφάνερο ότι το  σχέδιο των Ιταλών είχε ανατραπεί. Ολόκληρο σχεδόν το εθνικό έδαφος ήταν σε ελληνικά χέρια ενώ στο μέτωπο της δυτικής Μακεδονίας ο στρατός μας είχε προχωρήσει πέρα  από τα σύνορα έτοιμος να ορμήσει προς Κορυτσά. Από την άλλη μέρα θα άλλαζαν οι ρόλοι των πρωταγωνιστών αυτού του δράματος. Στις 14 Νοεμβρίου αρχίζει η ελληνική αντεπίθεση. Ο ελληνικός στρατός γρήγορα πέταξε τον εχθρό έξω από τα σύνορα και άρχισε να προελαύνει στο έδαφος της βορείου Ηπείρου. Οι ελληνικές πόλεις η μια μετά την άλλη ελευθερώθηκαν με τους κατοίκους να υποδέχονται τους έλληνες στρατιώτες σαν ελευθερωτές και να πανηγυρίζουν. Το Ά Σώμα Στρατού στο νότιο τομέα κατέλαβε τους Άγιους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο, το Δελβίνο και τη Χειμάρρα. Το ΄Β Σώμα Στρατού μετά την Πρεμέτη κατέλαβε την Κλεισούρα ενώ το ΄Γ Σώμα Στρατού στις 22 Νοέμβρη μπήκε στην Κορυτσά.
    Η Τρίτη περίοδος του πολέμου από τις 7 Ιανουαρίου μέχρι τις 26 Μαρτίου 1941 περιλαμβάνει την κατάληψη της Κλεισούρας (10 Ιανουαρίου) καθώς και την Ιταλική εαρινή επίθεση (9 Μαρτίου) αλλά το Β' Σώμα Στρατού και άλλες δυνάμεις του στρατού μας ανάγκασαν τον Μουσολίνι να επιστρέψει στη Ρώμη πικραμένος, απογοητευμένος και ''κορόιδο''.  
     Ο Ελληνοιταλικός πόλεμος απέδειξε περίτρανα ότι ο Δαυίδ μπορεί  να νικήσει τον Γολιάθ, ότι ένας περήφανος λαός μπορεί να νικήσει μια υπερσύγχρονη πολεμική μηχανή, ότι τα περήφανα ''ΟΧΙ'' είναι για τους πραγματικά μεγάλους. Από εκεί και πέρα  όλος ο κόσμος δεν λέει πια ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες. (Τσώρτσιλ- Πρωθυπουργός της Βρετανίας).
Το έπος του 1940 είναι μια από τις πιο χρυσές σελίδες της ένδοξης ελληνικής ιστορίας και όλοι οι Έλληνες είμαστε διπλά υπερήφανοι για τον αγώνα και την θυσία των προγόνων μας για τα ιδανικά της ελευθερίας, της εθνικής υπερηφάνειας και της φιλοπατρίας. Η εξέλιξη της ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου απέδειξε ότι το σύνθημα ''Αέρα'' των ελλήνων στρατιωτών στα βουνά της Πίνδου σήμανε και την αρχή του τέλους του Γ' Ράιχ και των δυνάμεων του άξονα, καθώς η ήττα των Ιταλών και η ανάγκη για άμεση εμπλοκή της Γερμανίας εναντίον της Ελλάδας άλλαξε τα χρονοδιαγράμματα της επιχείρησης ''Μπαρμπαρόσα" , της γερμανικής δηλαδή επίθεσης εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, γεγονός που έφερε τους γερμανούς  αντιμέτωπους με τον ανίκητο ρωσικό χειμώνα χάνοντας την δυνατότητα πραγματοποίησης του κεραυνοβόλου πολέμου που επιθυμούσαν.
    Η συμβολή των Ελλήνων και στο έπος του 1940 καθώς και στην αντίσταση εναντίον των Γερμανών στην κατοχή στην ήττα των δυνάμεων του άξονα στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν τεράστια γεγονός που παραδέχτηκαν όλοι οι τότε μεγάλοι ηγέτες της εποχής σε δηλώσεις τους.
    Σήμερα οφείλουμε τεράστια ευγνωμοσύνη στους Ήρωες προγόνους μας γι αυτόν τον αγώνα και την θυσία τους για μια ελεύθερη και αδούλωτη πατρίδα.
Χρόνια μας πολλά λοιπόν .
ΖΗΤΩ Η 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940.
ΖΗΤΩ ΤΟ ''ΟΧΙ''.
 
 
 
Σημ: Με πληροφορίες από την εγκυκλοπαίδεια ''ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ'' Κ.ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΤΟΜΟΣ 11 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.
 
ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ.

Η διπλωματική προϊστορία και το παρασκήνιο του ελληνο-ιταλικού πολέμου

Το Κέντρο Μελετών & Προώθησης Εθνικών Ιδεών Φ (Κέντρο Φ), θέλοντας να τιμήσει τα 80 Χρόνια από την εποποιΐα του 1940 (και σε συνέχεια της δράσης τιμής που οργάνωσε για τα 2.500 Χρόνια από τη Μάχη των Θερμοπυλών και τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας), συγκέντρωσε κείμενα τα οποία γράφτηκαν για αυτό τον σκοπό κατόπιν σχετικού καλέσματος τού Κέντρου Φ.
Σε πνεύμα επιστημονικής ελευθερίας, δίνονται στη δημοσιότητα για το ευρύ κοινό.

 

Η διπλωματική προϊστορία και το παρασκήνιο του ελληνο-ιταλικού πολέμου

 

Γράφει ο Ιωάννης Σαρρής

 

Οι διπλωματικές διεργασίες που οδήγησαν στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο του 1940 και την τριπλή κατοχή της Ελλάδος αποτελούν ένα σκοτεινό κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας, η σκιά του οποίου έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί από κύκλους ορισμένου ιδεοληπτικού προσανατολισμού για την προώθηση ανακριβών απόψεων. Η μανιχαϊκή νοοτροπία που επιμένει να βλέπει παγιωμένα στρατόπεδα καλών και κακών συνάδει μόνο με πρακτικές γηπεδικού οπαδισμού ή φθηνής προπαγάνδας. Εν προκειμένω, αναφέρομαι τόσο στο αφελές μεταπολεμικό αφήγημα του αστικού καθεστώτος της Ελλάδος που «αγιοποίησε» τους Αγγλοσάξονες, όσο και στην προσπάθεια αναθεωρητών να κατηγορήσουν την υποτιθέμενη αγγλόφιλη πολιτική του Ιωάννου Μεταξά, υποβαθμιζόντων την επιθετικότητα του Άξονος. Ας μην λησμονούμε πως η αντικειμενική εξιστόρηση του νωπού παρελθόντος φαντάζει δυσχερής, εφόσον δεν έχουν ακόμη καταλαγιάσει οι συνθήκες και οι παράγοντες που το διεμόρφωσαν. Στην πραγματικότητα, η μοναδική ενδεδειγμένη οδός για την ανάγνωση της νεωτερικής ιστορίας, όπου τα συμφέροντα πλάθουν ιδεοληψίες και όχι το αντίστροφο, είναι η «Realpolitik». Οι απαντήσεις στα ερωτήματα τίς και πώς ωφελείται, σε επιτακτικό συνδυασμό με ιστορικά τεκμήρια και εξακριβωμένες πηγές, δύνανται να μας οδηγήσουν στην αλήθεια. Η παρούσα μελέτη, άνευ οιασδήποτε μεροληπτικής προθέσεως, αποπειράται να συνοψίσει και να ερμηνεύσει τα σημαντικότερα διπλωματικά γεγονότα που συσχετίστηκαν με το έπος του ‘40.

Α. Οι ιταλικές βλέψεις

Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, στα κράτη της Ιταλίας και της Γερμανίας, η αντικατάσταση της δημοκρατίας από το φασιστικό και το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς αντίστοιχα δεν μετέβαλε την ιμπεριαλιστική κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής τους. Απεναντίας την γιγάντωσε. Ειδικότερα το βασίλειο της Ιταλίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνος επεδίωκε τον έλεγχο της Αδριατικής και γι’ αυτό είχε έλθει μοιραία σε σύγκρουση με τα ελληνικά συμφέροντα, με δηλωτικότερο παράδειγμα την υποστήριξη δημιουργίας αλβανικού κράτους την περίοδο 1912-1914 δια της αποσπάσεως της βορείου Ηπείρου[1]. Τότε η Αυστοουγγαρία και η Γερμανική Αυτοκρατορία τήρησαν την ίδια στάση. Επιπλέον, ύστερα από τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο του 1912, τα Δωδεκάνησα (όπως και η Λιβύη στην βόρειο Αφρική) περιήλθαν στην κατοχή των Ιταλών. Κατά το σύμφωνο Βενιζέλου-Τιττόνι το 1919 και την Συνθήκη των Σεβρών το 1920, η ιταλική κυβέρνηση δεσμεύθηκε να παραχωρήσει αυτονομία στην Ρόδο και να συναινέσει με την ενσωμάτωση των υπολοίπων νήσων στην Ελλάδα[2]. Βέβαια, εξαιτίας της διπλωματικής συντριβής της Ελλάδος μετά την μικρασιατική εκστρατεία (οπόταν οι Ιταλοί είχαν υποστηρίξει τον Κεμάλ)[3] και της κατισχύσεως του Μπενίτο Μουσσολίνι, η δέσμευση ποτέ δεν τηρήθηκε. Μάλιστα, στα ακόλουθα έτη οι ιταλικές αρχές προσεπάθησαν να εκλατινίσουν τα νησιά, εισάγουσες έως και Ιταλούς εποικιστές[4]. Ειρήσθω εν παρόδω ότι στην νότιο Ιταλία, καθ’ όλην την διάρκεια του φασιστικού καθεστώτος, τόσο η ελληνική διάλεκτος των Γκρεκάνικων όσο και οι χρήστες της, που ήσαν απόγονοι των αρχαίων και βυζαντινών Ελλήνων της Καλαβρίας και την Απουλίας, ευρίσκοντο υπό διωγμό[5].

Ο Μουσσολίνι, που από το 1922 κυβερνούσε την Ιταλία, παρέλαβε αρκετά γεωπολιτικά ερείσματα προκειμένου να κινηθεί επεκτατικά, θεμελιώνοντας το αφήγημα περί αναγεννήσεως της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η οποία θα καθιστούσε την Μεσόγειο δική της θάλασσα («Mare Nostrum»)[6]. Το πρώτο ιμπεριαλιστικό βήμα του Μουσσολίνι στόχευσε στο Ιόνιο πέλαγος, που σύμφωνα με τον ίδιο έπρεπε να ανήκει στην Ιταλία λόγω της επί τέσσερις αιώνες βενετικής κατοχής του[7]. Ήδη από τον Ιούλιο του 1923 η «Regia Marina» προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κερκύρας[8]. Στις 27 Αυγούστου, ο Μουσσολίνι βρήκε την αφορμή που αποζητούσε, όταν μία ιταλική αντιπροσωπεία δέχθηκε δολοφονική επίθεση από αγνώστους πλησίον των Ιωαννίνων. Οι Ιταλοί κατηγόρησαν την ελληνική κυβέρνηση, η οποία αρνήθηκε πάσα ανάμειξη. Αφότου η ελληνική πλευρά εξέφρασε αδυναμία εκπληρώσεως όλων των εξωφρενικών ιταλικών απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν αποζημίωση 50.000.000 ιταλικών λιρών[9], στις 31 Αυγούστου το ιταλικό ναυτικό βομβάρδισε την Κέρκυρα και απεβίβασε μία κατοχική δύναμη αρκετών χιλιάδων στρατιωτών. Παρότι η (δημοκρατική) Γαλλία τάχθηκε υπέρ των Ιταλών, διότι είχε καταλάβει με παρόμοιο τρόπο την γερμανική βιομηχανική ζώνη του Ρουρ[10], τον Σεπτέμβριο η Κοινωνία των Εθνών πρότεινε μία συμβιβαστική λύση για την αποχώρηση των Ιταλών και την ικανοποίηση όρων (και αποζημιώσεων) εκ μέρους της Ελλάδος, η οποία έγινε αμοιβαία αποδεκτή.

Στα επόμενα έτη, ωστόσο, τα δεδομένα άλλαξαν. Αρχικά το καθεστώς του Θ.Παγκάλου επεδίωξε προσέγγιση της Ιταλίας, ώστε να στραφεί με ασφαλισμένα νώτα κατά Βουλγάρων και Τούρκων[11].  Ακολούθως, η Ιταλία και η Ελλάδα απέκτησαν έναν κοινό αντίπαλο, την Γιουγκοσλαβία, η οποία αφενός υπέσκαπτε την ιταλική υπεροχή στην Αδριατική και αφετέρου διεκδικούσε δικαιώματα επί του λιμένος της Θεσσαλονίκης[12]. Στην Ρώμη, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1928, ανάμεσα στον νέο Έλληνα πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Μουσσολίνι υπεγράφη σύμφωνο φιλίας[13]. Εκείνη την περίοδο, προς απομόνωση της Γιουγκοσλαβίας, ο Μουσσολίνι φιλοδοξούσε να διαμορφώσει ένα διαβαλκανικό τόξο ιταλικής επιρροής από την Τουρκία έως την Ουγγαρία. Εν τούτοις, ο Βενιζέλος κινήθηκε παραλλήλως, καθώς το 1929 υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με την Γιουγκοσλαβία και το 1930 με την Τουρκία, ενώ συγχρόνως ανέλαβε την πρωτοβουλία διεξαγωγής ενός ετησίου παμβαλκανικού συνεδρίου πολιτικής συνεννοήσεως[14].  

Β. Ο Άξονας Γερμανίας-Ιταλίας

Τον Οκτώβριο του 1935 οι Ιταλοί, εφορμώμενοι εκ των αποικιακών προγεφυρωμάτων τους σε Ερυθραία και Σομαλία, εισέβαλαν στην Αιθιοπία, την οποία υπέταξαν τον Φεβρουάριο του 1937[15]. Αυτό που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι ότι σημαντικό μέρος του εξοπλισμού των Αιθιόπων προήλθε από την Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ[16]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Χίτλερ, ως γνήσιος μακιαβελικός πολιτικός, ενδεχομένως να θέλησε να συνετίσει (ή να δείξει στο εσωτερικό του ακροατήριο ότι συνετίζει) τον Μουσσολίνι, ώστε να μην εγείρει αντιρρήσεις στην επιχειρούμενη προσάρτηση της Αυστρίας. Βέβαια αυτή πρέπει να θεωρείται τακτική και όχι στρατηγική κίνηση, δεδομένου ότι έως τότε η Ιταλία αμφιταλαντευόταν διπλωματικώς μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων[17]. Όπως είχε προ πολλού εξηγήσει και η περίφημος ρήση του λόρδου Πάλμερστον, στην πολιτική δεν υφίστανται αιώνιοι φίλοι ή εχθροί, παρά μόνον αιώνια συμφέροντα. Άλλως τε, ο Α.Χίτλερ στο διάσημο βιβλίο του «Mein Kampf» (1925) είχε διευκρινίσει ότι προτίθεται να αφήσει το γερμανόφωνο Νότιο Τυρόλο στην κυριότητα του Μουσσολίνι, προκειμένου να στραφεί μαζί με την Ιταλία (που ονειρευόταν παντοδυναμία στην Μεσόγειο) κατά της Γαλλίας. Η Αλσατία και οι εύφορες πεδιάδες της μισητής του Γαλλίας (και περισσότερο της ανατολικής Ευρώπης) θα απέβαιναν χρησιμότερες για την ανάπτυξη της γερμανικής φυλής σε σύγκριση με λίγα χιονισμένα χωριά των Άλπεων[18]. Η ιδεολογική εγγύτητα μεταξύ του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού θα αποτελούσε απλώς επιστέγασμα της επικειμένης συμμαχίας. Πράγματι, οι εξωτερικές πολιτικές των δύο χωρών ευθυγραμμίστηκαν μετά το 1936, όταν από κοινού εξόπλισαν τις εθνικιστικές δυνάμεις του Φρανθίσκο Φράνκο στον ισπανικό εμφύλιο[19].   

Η επικράτηση του Μουσσολίνι στην Αιθιοπία, παρά το σχετικά υψηλό κόστος της, κόμισε αισιοδοξία στους Ιταλούς και το όραμα επανασυστάσεως της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας επανήλθε στο προσκήνιο. Επόμενος άμεσος στόχος ήταν η χερσόνησος του Αίμου και συγκεκριμένα η χώρα που μέχρι τότε τελούσε άτυπος δορυφόρος της Ιταλίας, η ανοχύρωτη Αλβανία, η οποία την άνοιξη του 1939 δέχθηκε απόβαση και κατόπιν μηδαμινής αντιστάσεως[20] κατέστη προτεκτοράτο του ιταλικού στέμματος. Προηγουμένως, το 1938, ο Χίτλερ υπό το βάσιμο πρόσχημα του ακρωτηριασμού της γερμανικής αυτοκρατορίας από την συνθήκη των Βερσαλλιών και της πολιτικής καταπιέσεως γερμανικών πληθυσμών εκτός Γερμανίας, είχε προσαρτήσει την Αυστρία (Anschluss) αλλά και την Σουδητία της Τσεχοσλοβακίας, ύστερα από τον διπλωματικό του θρίαμβο επί Άγγλων-Γάλλων στην σύσκεψη του Μονάχου (μολονότι οι Ιταλοί είχαν προβάλει ενδοιασμούς για αμφότερες τις περιπτώσεις)[21].

Στις 22 Μαΐου 1939 στο Βερολίνο, παρουσία του Α.Χίτλερ, οι υπουργοί εξωτερικών της Γερμανίας Ρίμπεντροπ (Joachim von Ribbentrop) και της Ιταλίας Τσιάνο (Galeazzo Ciano) υπέγραψαν το λεγόμενο «Χαλύβδινο Σύμφωνο» (Stahlpakt)[22], που καθιέρωνε πολιτική και στρατιωτική συμμαχία μεταξύ των δύο χωρών. Για την υπογραφή του συμφώνου είχε προσκληθεί εις μάτην και η Ιαπωνία, που το 1936 είχε υπογράψει μαζί με την Γερμανία το Σύμφωνο κατά της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά οι συνθήκες για την τυπική και πλήρη ένταξή της στον Άξονα δεν είχαν εισέτι ωριμάσει. Στο άρθρο 3 του συμφώνου προβλεπόταν ότι εάν ένα εκ των συμβαλλομένων εμπλακεί σε στρατιωτική σύγκρουση με τρίτη δύναμη, το άλλο μέρος θα προστρέξει άμεσα στο πλευρό του ως σύμμαχος και θα το υποστηρίξει στρατιωτικά σε ξηρά, θάλασσα και αέρα[23]. Σε αυτό το σημείο προοικονομείται η επιχείρηση «Μαρίτα» (η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, προς αρωγή των ηττημένων ιταλικών δυνάμεων).

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μουσσολίνι συναίνεσε άτυπα με την ηπειρωτική επέκταση της Γερμανίας και ο Χίτλερ με την μετατροπή της Μεσογείου σε ιταλική λίμνη[24]. Ο αρχικός διακανονισμός για την μέλλουσα ιταλική επιρροή επί Ελλάδος, Αλβανίας και Γιουγκοσλαβίας μάλλον είχε συντελεσθεί στην επαφή μεταξύ Τσιάνο και Χίτλερ στις 24/10/1936 στο Berchtesgaden[25]. Παρά ταύτα, η πολιτική και στρατιωτική ικανότητα της Ιταλίας να ακολουθήσει αποτελεσματικά την Γερμανία σε ολοκληρωτικό πόλεμο έχει αμφισβητηθεί από τα πολεμικά γεγονότα που ακολούθησαν. Ενώ στην Γερμανία ο Χίτλερ είχε επιβάλει απολύτως ολοκληρωτικό σύστημα διακυβερνήσεως, ελέγχοντας άπασες τις κρατικές λειτουργίες, τον στρατό, τις κοινωνικές δομές και την πλουτοπαραγωγική μεγαλοαστική τάξη, το πολίτευμα της φασιστικής Ιταλίας παρέμεινε υβριδικό, παρότι είχε εν μέρει εμπνεύσει τον προαναφερθέντα. Από το 1922, μετά την πορεία των μελανοχιτώνων στην Ρώμη, ο Μουσσολίνι τελούσε de facto δικτάτορας «πρωθυπουργός», έχοντας καταφέρει την δόμηση ενός συντεχνιακού κοινωνικού κράτους σε οικονομικό επίπεδο. Ωστόσο, ανώτατος θεσμικός άρχων της Ιταλίας εξηκολούθησε να είναι ο βασιλέας Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄, ο οποίος συσπείρωσε γύρω του την παλαιά αστική τάξη και αριστοκρατία (συμπεριλαμβανομένων αρκετών στρατηγών) και τελικώς υιοθέτησε φιλοαγγλοσαξονική στάση[26]. Εν ολίγοις, το συντηρητικό «βαθύ κράτος» της Ιταλίας δεν επηρεάσθηκε. Το γεγονός ότι ο Μουσσολίνι δεν ήλεγχε επαρκώς τον στρατό και το κράτος καταδεικνύεται στο πόσο εύκολα ανετράπη υπό του βασιλέως και του «Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου» το 1943, μόλις οι «Σύμμαχοι» απεβιβάσθησαν στην Ιταλία[27]. Ίσως να μην ήλεγχε ούτε την οικογένειά του, αφού ακόμη και ο Γκαλεάτσο Τσιάνο, Υπ.Εξ. της Ιταλίας και γαμβρός του, τάχθηκε υπέρ της αποπομπής του κι εν τέλει συνελήφθη και εξετελέσθη ως προδότης από την γερμανο-ιταλική διοίκηση του Σαλό[28].

Ο Χίτλερ καθώς διεμόρφωνε την «νέα ευρωπαϊκή τάξη» δεν αρκέστηκε στον προσεταιρισμό της Ιταλίας, αλλά έθεσε υπό την επιρροή του και άλλα κράτη-δορυφόρους όπως την Ουγγαρία, την Ρουμανία και την Βουλγαρία. Όταν τον Σεπτέμβριο του 1940 η γερμανική διπλωματία διαπραγματευόταν με την Βουλγαρία την προσχώρησή της στο Τριμερές Σύμφωνο του Άξονος, υπεγράφη μεταξύ των δύο και ένα ξεχωριστό, μυστικό πρωτόκολλο που όριζε τα υπέρ του βουλγαρικού εδαφικού αναθεωρητισμού ανταλλάγματα[29]. Στο βουλγαρικό κράτος θα ενσωματωνόταν μεταπολεμικώς η περιοχή του ελληνικού βασιλείου ανάμεσα στο Δέλτα του ποταμού Στρυμόνα δυτικά και το Δέλτα του ποταμού Έβρου ανατολικά (βλ. το μήνυμα του Ribbentrop προς τον Βούλγαρο πρωθυπουργό Bogdan Filov, Bi;ennh 1/3/1941)[30]. Όντως αυτά τα εδάφη θα περιήρχοντο στον έλεγχο των Βουλγάρων κατά την μετέπειτα τριπλή κατοχή και οι κάτοικοί τους θα υπέφεραν τα πάνδεινα από τον αταβιστικό φθόνο των πρώην κομιτατζήδων[31]. Εκτός αυτού, ο Χίτλερ, στις επανειλημμένες προσπάθειές του να εντάξει τους Γιουγκοσλάβους στο Τριμερές Σύμφωνο, τους προέτεινε τον έλεγχο της Θεσσαλονίκης και ελεύθερη πρόσβαση στο Αιγαίο πέλαγος[32].

Γ. Η εξωτερική πολιτική του καθεστώτος Μεταξά

Στην Ελλάδα, κατόπιν μίας εκτεταμένης περιόδου τρομακτικής πολιτικής αστάθειας και αλλεπαλλήλων κινήσεων και πραξικοπημάτων, στις 4 Αυγούστου 1936 ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, σε συνέργεια με τον μεγαλοφυή πρώην στρατιωτικό και νυν πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά (που αναρριχήθηκε σε αυτήν την θέση δια των ψήφων της Βουλής)[33] ανέστειλε με διάταγμα την λειτουργία της Βουλής και ορισμένα άρθρα του συντάγματος. Έτσι παγιώθηκε μία de facto δικτατορία με πρόεδρο της κυβερνήσεως τον μετέπειτα αρχιτέκτονα του έπους του ’40, Ιωάννη Μεταξά. Το προκείμενο λαοφιλές[34] καθεστώς παρουσίασε αρκετά φασιστικά μορφολογικά γνωρίσματα, αλλά για ιδεολογικούς, πολιτικούς και οικονομικο-κοινωνικούς λόγους δεν δύναται να ταυτιστεί με καμία αυταρχική διακυβέρνηση της τότε Ευρώπης[35]. Στην συμβατική ιστοριογραφία της εποχής μας επικρατεί η γενική πεποίθηση ότι ο ιδιαιτέρως αγγλόφιλος[36] Γεώργιος Β΄ και το βαθύ κράτος συνέχισαν να προσανατολίζουν γεωπολιτικά την χώρα, ενώ στον Μεταξά εναπετέθη η άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Ο Μεταξάς, παρότι δεν συμμεριζόταν την προκατάληψη του βασιλέως32 και στον Εθνικό Διχασμό είχε ταχθεί κατά της επεμβάσεως της Entente, ήδη από το 1922 είχε εκφράσει την λογική άποψη ότι το συμφέρον της Ελλάδος ενέκειτο στην σύμπλευση με τους (νικητές) Αγγλο-Γάλλους[37]. Επιπλέον, κατά το 1938 ενίσχυσε σημαντικά την θέση του έναντι του βασιλέως και η πολιτική του θα πρέπει να θεωρείται συνειδητή[38].

Όπως μαρτυρούν και τα αποκόμματα του προσωπικού του ημερολογίου, ο εθνικός κυβερνήτης Ιωάννης Μεταξάς έτρεφε -για διαφορετικούς λόγους- σεβασμό τόσο για τους πειθαρχημένους Γερμανούς όσο και για τους θαλασσοκράτορες Άγγλους, αλλά τασσόταν πρωτίστως υπέρ του ελληνικού συμφέροντος. Σε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών στις 3/3/1934 (σχετικά με το περιεχόμενο του Βαλκανικού Συμφώνου), ο Μεταξάς ανέλυσε την (βενιζελίζουσα) γεωστρατηγική σκέψη του:

«Ἡ Ἑλλάς δέν εἶναι μία χερσόνησος περιβρεχομένη ἀπό θάλασσαν, ἀλλά μία θάλασσα περιβαλλομένη ὑπό ξηρᾶς…ἡ Ἑλλάς δέν δύναται λοιπόν νά τά βάλη ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς της θέσεως μέ καμμίαν ἀπολύτως ναυτικήν Δύναμιν Μεγάλην. Εἶναι πράγμα τό ὁποῖον οὐδέ δύναται νά σκεφθῆ… Ἄν καί εἶναι βεβαίως παράτολμον εἰς τήν πολιτικήν νά δημιουργῆ κανείς δόγματα, ἡ Ἑλλάς δύναται νά θέση ὡς δόγμα πολιτικόν ὅτι ἐν οὐδεμία περιπτώσει δύναται νά ευρεθῆ εἰς στρατόπεδον ἀντίθετον ἐκείνου, εἰς τὀ ὁποῖον θά εὐρίσκεται ἡ Ἀγγλία.»[39]

Εάν αναλογισθούμε τους πολλούς ναυτικούς αποκλεισμούς που υπέστη η χώρα τον 19ο αιώνα από Μεγάλες Δυνάμεις, η θέση αυτή φαντάζει -εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον- λογική. Εξάλλου, από το 1830 η Ελλάδα ήταν δεμένη πισθάγκωνα στο άρμα της αγγλοσαξονικής γεωπολιτικής. Και επί Μεταξά ένα σημαντικό ποσοστό του δημοσίου εξωτερικού χρέους της Ελλάδος εναπέκειτο σε Βρετανούς ομολογιούχους. Oι απαιτούμενες θυσίες για μια ιστορική αλλαγή την δεδομένη στιγμή δεν θα προσέφεραν κάτι θετικό, αφού οι δυνητικοί εχθροί ήσαν άλλοι και ήσαν κοντά. Το 1935, επί Π.Τσαλδάρη, η Ελλάς είχε υποστηρίξει την βρετανική πρωτοβουλία για επιβολή κυρώσεων επί της Ιταλίας εξαιτίας της εισβολής στην Αιθιοπία[40]. O Ιωάννης Μεταξάς ήδη από την θέση του υπουργού συγκοινωνιών το 1926-8 ακολουθούσε μία τάση εξυπηρετήσεως των αγγλικών οικονομικών συμφερόντων (σε τομείς τηλεπικοινωνιών και άλλων εργολαβιών), η οποία συνεχίστηκε από τον Γεώργιο Β΄ και επί διακυβερνήσεώς του[41]. Οι δε Άγγλοι, ενώπιον απειλών κατά του status quo της Μεσογείου από τις ιταλικές φιλοδοξίες και τους αναδυομένους αραβικούς εθνικισμούς, δεν είχαν λόγο να διακόψουν τις φιλικές σχέσεις με το αντιλιμπεραλιστικό καθεστώς Μεταξά[42].

Τον Οκτώβριο του 1938 ο Μεταξάς είχε ζητήσει από τον Βρετανό πρέσβυ Sydney Waterlow, που είχε πολύ καλή γνώμη για το καθεστώς του[43], την ανάπτυξη στενοτέρων διμερών σχέσεων. Εκείνην την περίοδο, όπως απεκάλυψεν αργότερα σε συνέντευξή του στην Daily Telegraph (1/5/1940), ο Μεταξάς είχεν επιχειρήσει σύναψη επισήμου συμμαχίας με τους Βρετανούς[44], οίτινες την απέφυγαν διότι τότε (επί N.Chamberlain) τηρούσαν κατευναστική στάση έναντι της Ιταλίας, με την οποία το 1937 είχαν υπογράψει την «Συμφωνία Κυρίων» προς συντήρηση του status quo στην Μεσόγειο. Ωσαύτως, οι Βρετανοί φλέρταραν μέχρι τελευταίας στιγμής και με την Βουλγαρία, στην οποία δεν θα δίσταζαν να προτείνουν την πολυπόθητη πρόσβαση στο Αιγαίο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται[45].  

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν επ’ουδενί πρόθεση του Μεταξά να πολεμήσει υπέρ των Άγγλων. Σκοπός του ήταν να κρατήσει την Ελλάδα ουδέτερη και αλώβητη από την πολεμική λαίλαπα, την οποία προέβλεπε με χαρακτηριστική ενάργεια, όπως άλλωστε και την τελική νίκη του «αγγλοσαξονικού κόσμου»[46]. Μπροστά στις αναθεωρητικές ροπές Βουλγαρίας και Ιταλίας, ο Μεταξάς συνέχισε την πολιτική του Βαλκανικού Συμφώνου Φιλίας, που από το 1934 έως το 1938 προέβλεπε συμμαχία Ελλάδος, Τουρκίας, Γιουγκοσλαβίας και Ρουμανίας[47] (τυπικώς η «συμμαχία» ανανεώθηκε τον Φεβρουάριο του 1940, αλλά οι όροι της ουδέποτε εφηρμόσθησαν)[48]. Για μια επίσημη συμμαχία με την Βρετανία, όμως, ήθελε εγγυήσεις για την δυνατότητα αμέσου στρατιωτικής υποστηρίξεως. Η βρετανική εγγύηση για την ακεραιότητα της Ελλάδος  εδόθη στις 7 Απριλίου 1939[49], όταν οι Ιταλοί εισέδυσαν στην Αλβανία και τα στρατόπεδα άρχισαν να σχηματοποιούνται.

Οι ηγέτες του βαλκανικού συμφώνου από συνδιάσκεψη στην Άγκυρα. (Mustafa Kemal της Τουρκίας, Milan Stojadinović της Γιουγκοσλαβίας, Ιωάννης Μεταξάς και Nicolae Petrescu-Comnen της Ρουμανίας).

Ο Μεταξάς είχε επιχειρήσει να κρατήσει σε ασφαλή πλαίσια και τις σχέσεις του με το Βερολίνο, κυρίως σε οικονομικό επίπεδο, ήδη απ’ όταν διατελούσε υπουργός στρατιωτικών[50]. Επί καθεστώτος 4ης Αυγούστου, στην Ελλάδα παρατηρήθηκε μία απόπειρα γερμανικής οικονομικής διεισδύσεως μέσω επενδύσεων, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1936 την Αθήνα είχε επισκεφθεί ο υπουργός Γιόζεφ Γκαίμπελς. Επιπλέον, μέσω συνεχίσεως των συμφωνιών clearing (ανταλλαγής προϊόντων), εξήγαγε προς την Γερμανία καπνό και εισήγαγε εξ αυτής πολεμικό εξοπλισμό[51], που μελλοντικά θα χρησιμοποιούσε εναντίον της (σε μια περίοδο μάλιστα καθ’ήν οι Άγγλοι ήσαν διστακτικοί ως προς την εξόπλιση των Ελλήνων). Η πολιτική πυγμή της τότε Ελλάδος διαφαίνεται στο γεγονός ότι, προς απόκτηση ξένου συναλλάγματος, εξήγαγε λαθραία πλην επικερδέστατα μέρος αυτού του οπλισμού προς αμφότερες τις αντιμαχόμενες πλευρές του ισπανικού εμφυλίου[52]. Πρώτοι απ’ όλους οι ίδιοι οι Γερμανοί, βέβαια, αντελαμβάνοντο ότι η ένταξη της Ελλάδος στον Άξονα δεν ήταν εφικτή.

Στα πλαίσια της μεταξικής πολιτικής ουδετερότητος και ύστερα από διερευνητικές επιστολές ανάμεσα στον Μεταξά και τον εν Αθήναις Ιταλό πρέσβυ Εμ. Γκράτσι (Emanuele Grazzi), στις 28 Οκτωβρίου 1939 οι δύο πλευρές συνηγόρησαν σε κοινή διακοίνωση υπέρ της διατηρήσεως «φιλικών σχέσεων»[53], αλλά χάρη στην πίεση του Foreign Office δεν επανελήφθη ένα σύμφωνο με τους όρους του 1928. Τον Μάρτιο του 1939 ο Μεταξάς είχε υποψιαστεί ότι η Αγγλία, σε συνεργασία με τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος Εμ. Τσουδερό, πιθανώς να απεργαζόταν την πτώση του[54], αλλά ενεφανίσθη και αποφασισμένος να πολεμήσει τους Ιταλούς εάν παραβούν την εθνική κυριαρχία της Ελλάδος[55]. Λίγο αργότερα, με τις μεγάλες δυνάμεις να έχουν ολοκληρώσει εν πολλοίς τα εξοπλιστικά τους προγράμματα, ξεσπά ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, αφού η Γαλλία και η Βρετανία κήρυξαν τον πόλεμο στην Γερμανία (3/9/1939). Πλέον έγινε φανερό ότι η Ελλάς πολύ δύσκολα θα απέφευγε σύρραξη, αλλά ο προνοητικός Μεταξάς την περίοδο 1936-1940 είχε δαπανήσει συνολικά 12 δις δραχμών για τον εξοπλισμό και την οχύρωσή της[56].

Στο κέντρο ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Ιταλός πρέσβυς Εμμανουέλε Γκράτσι.

Στις 10/6/1940 η Ιταλία ενέβη στον πόλεμο υπέρ της Γερμανίας (καταπατούσα την «Συμφωνία Κυρίων»), ενώ μία ημέρα αργότερα ο Μεταξάς δήλωσε ότι η Ελλάδα θα παραμείνει αυστηρώς ουδέτερη και δεν θα επιτρέψει στον βρετανικό στόλο να εισέλθει σε ελληνικούς λιμένες[57][58]. Τις ειλικρινείς προσπάθειες του Μεταξά για αναίμακτη τήρηση της ουδετερότητος θα ανεγνώριζε αργότερα στο προσωπικό του ημερολόγιο και ο ίδιος ο Γκράτσι[59], παρότι είχε σοβαρούς λόγους να τις αμφισβητήσει. Βέβαια, σε τελική ανάλυση ολίγα εξηρτώντο από την βούλησή του. Εν μέσω ιταλικών προκλήσεων, το καλοκαίρι του 1940 εξιχνιάσθηκε υπό του Κ.Μανιαδάκη συνωμοσία γερμανοφίλων αξιωματούχων, που, δια της τοποθετήσεως του Κ.Πλατή στην αρχηγία του ΓΕΣ συμβαλούσης της γερμανικής πρεσβείας, αποσκοπούσαν στην ανατροπή του Μεταξά. Μεταξύ των εμπλεκομένων ήσαν ο υπουργός Κ.Κοτζιάς[60] και ο μετέπειτα πρωθυπουργός Στ.Στεφανόπουλος[61].

Στις 15 Αυγούστου 1940, ανήμερα της μεγάλης ορθοδόξου εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τρεις τορπίλες ιταλικού υποβρυχίου βύθισαν το καταδρομικό Έλλη, που είχε προσαράξει πλησίον της Τήνου για να συμμετάσχει στους εορτασμούς. Η ελληνική κυβέρνηση απέφυγε την δημοσιοποίηση του κοινού μυστικού, του υπαιτίου της ιεροσυλίας[62], όμως εξεκίνησε αθόρυβα τις προετοιμασίες για την αναπόφευκτη επίθεση[63].

Κατόπιν της πρωτοφανούς αυτής προκλήσεως, ο Μεταξάς επεχείρησε να βολιδοσκοπήσει τις διαθέσεις του Βερολίνου ως  προς το ενδεχόμενο η Ελλάς να απόσχει του πολέμου. Στις 30 Οκτωβρίου 1940, σε ανακοίνωσή του προς τους ιδιοκτήτες και συντάκτες του αθηναϊκού τύπου στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», δήλωσε τα εξής διαφωτιστικά:

«{…} Εἰς σχετικάς βολιδοσκοπήσεις πρός τήν κατεύθυνσιν τοῦ Ἄξονος μοῦ ἐδόθη νά ἐννοήσω σαφῶς ὅτι μόνη λύσις θά μποροῦσε νά εἶναι μία ἑκουσία προσχώρησις τῆς Ἑλλάδος εἰς τήν «Νέαν Τάξιν». Προσχώρησις πού θά ἐγένετο ὅλως εὐχαρίστως δεκτή ἀπό τόν Χίτλερ «ὠς ἐραστήν τοῦ Ελληνικοῦ πνεύματος». {...} Μέ καταφανῆ προσπάθειαν ἀποφυγῆς σαφοῦς καθορισμοῦ μοῦ ἐδόθη νά καταλάβω ὅτι ἡ πρός τούς Ἕλληνας στοργή τοῦ Χίτλερ ἦτο ἡ ἐγγύησις ὅτι αἱ θυσίαι αὐταί [για την προσχώρηση στην «Νέα Τάξη»] θά περιορίζοντο «εἰς τό ἐλάχιστον δυνατόν». Ὅταν ἐπέμεινα νά κατατοπισθῶ, πόσον ἐπί τέλους θά μποροῦσε νά εἶναι αὐτό τό ἐλάχιστον τελικῶς, μᾶς ἐδόθη νά καταλάβωμεν ὅτι τοῦτο συνίστατο εἰς μερικάς ἱκανοποιήσεις πρός τήν Ἰταλίαν δυτικῶς μέχρι Πρεβέζης, ἴσως καί πρός τήν Βουλγαρίαν ἀνατολικῶς μέχρι Δεδεαγάτς. Δηλαδή θά ἔπρεπε διά νά ἀποφύγωμεν τόv πόλεμον, νά γίνωμεν ἐθελονταί δοῦλοι καί νά πληρώσωμεν αὐτήν τήν τιμήν...μέ τό ἅπλωμα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ τῆς Ἑλλάδος πρός ἀκρωτηριασμόν ἀπό τήν Ἰταλίαν καί τοῦ ἀριστεροῦ πρός ἀκρωτηριασμόν ἀπό τήν Βουλγαρίαν. Φυσικά δέν ἦτο δύσκολον νά προβλέψη κανείς ὅτι εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οἱ Ἄγγλοι θά ἔκοβαν καί αὐτοί τά πόδια τῆς Ἑλλάδος. {...} Κυρίαρχοι πάντοτε τῆς θαλάσσης δέν θά παρέλειπον, ὑπερασπίζοντες πλέον τόν ἑαυτόν των, ἔπειτα ἀπό μίαν τοιαύτην αὐτοδούλωσιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τούς ἐχθρούς των νά καταλάβουν τήν Κρήτην καί τάς ἄλλας νήσους μας τουλάχιστον. Τό συμπέρασμα αὐτό δέν προέκυψεν μόνον ἀπό τήν πλέον ἁπλήν λογικήν, ἀλλά καί ἀπό ἀσφαλείς καί βεβαίας πληροφορίας ἐξ Αἰγύπτου, καθ’ ἅς εἶχεν ἤδη προμελετηθῆ καί ἀντιμετωπισθή ἡ ἐνέργεια πού θά ἔπρεπε νά γίνη ὠς φυσικόν ἐπακόλουθον πάσης τυχόv ἑκουσίας ἤ ἀκουσίας συνεργασίας τῆς Ἑλλάδος μέ τόν Ἄξονα, εἰς τάς ἑλληνικάς νήσους καί πρός παρεμπόδισιν ἐν περιπτώσει τῆς δυνατότητος διά τόν Ἀξονα νά τάς χρησιμοποιήση. {...} Ἀλλά τότε ὁ Ἑλληνικός λαός δικαίως θά ἐτάσσετο ἐναντίον τῆς κυβερνήσεως ἡ ὁποία διά vά τόν προφυλάξη ἀπό τόν πόλεμον θά τόν κατεδίκαζε εἰς ἐθελουσίαν ὑποδούλωσιν μετ’ ἐθνικοῦ ἀκρωτηριασμού. Αὐτή ἡ δῆθεν προφύλαξις θά ἦτο διά τήν τύχην τῆς εἰς τό μέλλον Ἑλληνικῆς φυλῆς, πλέον ὀλεθρία καί ἀπό τάς χειροτέρας ἔστω συνεπείας ὁποιουδήποτε πολέμου.{…} Θά προσέξατε τό τηλεγράφημα τοῦ κ. Τσῶρτσιλ, τό ὁποῖον ἐδημοσιεύθη σήμερον στάς ἐφημερίδας {...} ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἰς τό τηλεγράφημα αὐτό δέν βλέπουν γραπτήν τήν ἐπιβεβαίωσιν ἀγράφου συμφωνίας διά τά Δωδεκάνησα [εννοεί την προοπτική απονομής των στην Ελλάδα κατόπιν αγγλικής νίκης], δέν ξέρουν νά διαβάζουν μέσα ἀπό τίς γραμμές.{…}»[64]

Στις 12 Οκτωβρίου 1940 ο Μουσσολίνι, με αίσθημα αντιζηλίας έναντι του συμμάχου του που εισέβαλε στην Γαλλία χωρίς να τον ενημερώσει, δήλωσε στον Τσιάνο: «Ο Χίτλερ με φέρνει πάντα προ τετελεσμένων γεγονότων. Αυτήν την φορά θα τον πληρώσω με το δικό του νόμισμα. Θα μάθει από τις εφημερίδες ότι έχω καταλάβει την Ελλάδα»[65].

Δ. Το παρασκήνιο μετά την ιταλική επίθεση

Στις 27 Οκτωβρίου 1940, όπως ανέμενε, ο Μεταξάς αντελήφθη την διενέργεια προπολεμικής προβοκάτσιας στα ελληνοαλβανικά σύνορα και μαζί με το επιτελείο του προέβη στις κατάλληλες κινήσεις[66]. Στις 3:00 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, την οικία του Μεταξά επισκέπτεται ο πρέσβυς Γκράτσι. Δια τελεσιγράφου ζητά την ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων στην ελληνική επικράτεια, τα οποία θα κατελάμβαναν στρατηγικά σημεία[67]. Ο Μεταξάς του απαντά κοφτά στην γαλλική γλώσσα ότι αυτό σημαίνει πόλεμο[68]. Στις ακόλουθες εβδομάδες, εκτυλίχθηκε το θαύμα, ο θρίαμβος, η δόξα. Οι Έλληνες όχι μόνον απέκρουσαν την εξ Αλβανίας ιταλική εισβολή, αλλά πέρασαν στην αντεπίθεση απελευθερούντες την Βόρειο Ήπειρο.

Εκείνην την περίοδο, οι Άγγλοι ακόμη κι αν ήθελαν να βοηθήσουν την Ελλάδα δεν ηδύναντο, καθώς είχαν εξ ολοκλήρου επικεντρωθεί στην άμυνα δικών τους θέσεων σε Βρετανία και Μέση Ανατολή. Ωστόσο είχαν ενθαρρύνει τον Μεταξά με υποσχέσεις περί υποτιθεμένης στρατιωτικής βοηθείας[69]. Τους συνέφερε η θυσία της μικρής Ελλάδος, διότι με ένα νέο μέτωπο στα Βαλκάνια ο Άξονας θα αποπροσανατολιζόταν εκ των αρχικών του επιχειρήσεων. Οι Άγγλοι, επιπροσθέτως, θα μπορούσαν μεσοπρόθεσμα να χρησιμοποιήσουν ελληνικές αεροπορικές βάσεις για να βομβαρδίσουν τις γερμανικές πετρελαιοπηγές στο Πλοέστι της Ρουμανίας. Για τους άνωθεν λόγους οι Γερμανοί εξανέστησαν με την πρωτοβουλία του Μουσσολίνι, θεωρούντες την συγκυρία ακατάλληλη για την επίθεση[70] και διαβεβαίωσαν άμεσα τον Μεταξά ότι η παρουσία μικρών αεροπορικών βρετανικών μονάδων στην Ελλάδα δεν αποτελούσε αιτία πολέμου για εκείνους, παρά μόνον εάν χρησιμοποιούσαν τα αεροδρόμια της βορείου Ελλάδος[71]. Ο Μεταξάς, πράγματι, στις 30-31 Δεκεμβρίου δεν θα επιτρέψει σε Άγγλους την εγκατάσταση αεροπορικής βάσεως στην Θεσσαλονίκη[72], ενώ στις 17/11/1940 είχε αρνηθεί αγγλική πρόσκληση σε συνέδριο συμμαχικών χωρών ευρισκομένων σε εμπόλεμο κατάσταση μετά της Γερμανίας[73].

Μετά τον ελληνικό θρίαμβο των πρώτων εβδομάδων, οι Γερμανοί φέρονται να επεδίωξαν κατάπαυση του πυρός σε παρασκηνιακές διμερείς επαφές και όχι δημόσια. Στις 17 Δεκεμβρίου 1940 στην Μαδρίτη, ο πρέσβυς της Ουγγαρίας Rudolf Andorka διεβίβασε στον Έλληνα ομόλογό του Περικλή Αργυρόπουλο μία πρόταση, την οποίαν είχε λάβει από τον επιτετραμένο του Χίτλερ φον Κανάρη[74]. Σύμφωνα με αυτήν την πρόταση, που αμέσως κοινοποιήθηκε στον Μεταξά, θα μπορούσε να υπογραφεί ειρήνευση, οι Έλληνες να κρατήσουν τα εδάφη που ανακατέλαβαν και μεταξύ Ιταλών και Ελλήνων στην Αλβανία να δημιουργηθεί μια γερμανική ουδέτερη ζώνη, εφόσον όμως εξεδιώκοντο οι Άγγλοι εκ της Ελλάδος[75]. Η γερμανική διπλωματία διεκινούσε και άλλες παραλλαγές αυτής της προτάσεως υπό μορφήν ανευθύνων ψιθύρων[76]. Στις 20 Δεκεμβρίου ο Γερμανός πρέσβυς εν Αθήναις Victor zu Erbach-Schönberg επεσκέφθη τον Ιωάννη Μεταξά[77] και δεν αποκλείεται να του επανέλαβε την γερμανική πρόταση. Τότε πάντως ο Μεταξάς του διεμήνυσε ότι δεν θα επιτρέψει την αποβίβαση βρετανικού στρατού στην Ελλάδα, για όσο χρόνο οι γερμανικές δυνάμεις παρέμεναν έξωθεν της Βουλγαρίας και βορείως του Δούναβη[78]. Ο Μεταξάς υπό την ομόφωνη συναίνεση του υπουργικού συμβουλίου δεν απεδέχθη την πρόταση και καθυστέρησε τις διαπραγματεύσεις, έως ότου βολιδοσκοπήσει και την αγγλική άποψη[79]. Βέβαια, όπως συνάγεται και εκ του ημερολογίου του, δεν είχε κανέναν λόγο να εμπιστευθεί τους Γερμανούς, οι οποίοι στην παρούσα φάση μπορεί να επιθυμούσαν απλώς την αναβολή των σχεδίων τους. Με τον σχεδιασμένο μελλοντικό διαμελισμό της Ελλάδος θα ικανοποιούντο περισσότερες και χρησιμότερες χώρες από την Ελλάδα. Άλλως τε, είχε ήδη αποδειχθεί πως ο Χίτλερ (όπως ίσως και οι Άγγλοι) δεν ήταν καθόλου αξιόπιστος συνομιλητής[80]. Από την άλλη πλευρά, αντί της γερμανικής κατοχής, μία μεσοπρόθεσμη ανακωχή (μέχρι το τέλος του πολέμου) με γερμανική διαμεσολάβηση, όπως συνέβη στον ρωσο-φινλανδικό πόλεμο, δεν ήταν ανέφικτη, μολονότι η απόσπαση ενός συμμάχου θα προεκάλει δικαίως την μήνιν των μετέπειτα νικητών.

Στην δύσκολη εξίσωση που εκαλείτο να λύσει ο Μεταξάς, υφίστατο (μεταξύ των επισφαλών βαλκανικών καθεστώτων) και η μεταβλητή μιας Τουρκίας  με τα μάτια στραμμένα στο Αιγαίο, που έμενε εν αρχή ουδέτερη αλλά φρόντιζε να συναναστρέφεται με αμφότερα τα στρατόπεδα. Οι Βρετανοί δεν αποκλείεται να έταζαν και στους Τούρκους τα Δωδεκάνησα, εάν εισήρχοντο στον πόλεμο και συνέβαλαν στην κατάληψή τους[81].

Στις 14 Ιανουαρίου 1941, η ελληνική αντικατασκοπεία πληροφορήθηκε περί επικειμένου γερμανικής εισβολής[82]. Τις επόμενες ημέρες οι Άγγλοι επέμειναν να αποβιβάσουν στην Θεσσαλονίκη ένα λείψανδρο σύνταγμα και έναν λόχο τεθωρακισμένων. Ο Μεταξάς, σε συνεννόηση με τον αντιβασιλέα της Γιουγκοσλαβίας και θεωρώντας ότι υπάρχει ανάγκη πέντε πλήρων μεραρχιών προς αναχαίτιση των Γερμανών, αρνήθηκε μία τόσο μικρή δύναμη που το μόνο που θα πετύχαινε ήταν η πρόκληση ή η επίσπευση της γερμανικής καθόδου στα Βαλκάνια[83]. Πέραν του στρατηγικού αντιπερισπασμού, τα κίνητρα των Άγγλων θα πρέπει να θεωρούνται κυρίως πολιτικά. Αποσκοπούσαν στην αλίευση και άλλων συμμάχων στην ευρύτερη περιοχή και στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης διεθνώς (και ιδίως της αμερικανικής)[84] αναφορικά με τον συμμαχικό αγώνα και το ποδοπάτημα αδυνάτων υπό των «εχθρών της ελευθερίας» Γερμανών. Σε αυτό το σημείο επήλθε σύγκρουση ανάμεσα στον Μεταξά και τους Βρετανούς. Ακολούθως, εξαιτίας φαρυγγίτιδος ο Μεταξάς προσκομίσθηκε σε νοσοκομείο και άφησε σύντομα την στερνή πνοή του. Στο περίεργο από παθοφυσιολογικής σκοπιάς[85] ιατρικό ανακοινωθέν της 29ης Ιανουαρίου, ειπώθηκε ότι κατέληξε κατόπιν «τοξιναιμικών επιπλοκών» και «γαστρορραγίας»[86][87]. Το 1942 σε αγγλική δεξίωση του Καΐρου, ο διατελέσας υποδιευθυντής της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών Σπυρίδων Παξινός θα εξεδήλωνε την επιθυμία να διερευνήσει τον θάνατο Μεταξά και να συγγράψει μεταπολεμικώς ένα σχετικό βιβλίο. Αργότερα, συμπτωματικώς, συνελήφθη υπό των βρετανικών αρχών σαν «κατάσκοπος των Γερμανών» και μεταφέρθηκε στην Ινδία[88], ενώ το 1958 δολοφονήθηκε στο Πακιστάν υπό μυστηριώδεις συνθήκες[89]. Το σίγουρο είναι ότι οι Βρετανοί τελικώς απέφυγαν την αμήχανη υποχρέωση να παρουσιάσουν στις εξόριστες κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις του Καΐρου έναν «φασίζοντα δικτάτορα»[90]. Πάντως έως τούδε δεν απεκαλύφθησαν απτά τεκμήρια περί δηλητηριάσεως υπό συνέργειαν Άγγλων.

Τον Μεταξά διεδέχθη ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός ο διοικητής της Εθνικής Τραπέζης Αλέξανδρος Κορυζής, ο οποίος είδε τους Ιταλούς να αντεπιτίθενται και τους Άγγλους να αποβιβάζονται, για να τραπούν σε φυγή προς την Κρήτη κατόπιν ολίγων εβδομάδων. Την περίοδο 8-15 Μαρτίου 1941, η ανδρεία των Ελλήνων οδήγησε εκ νέου σε πανωλεθρία την προσπάθεια των τριπλασίων πλέον Ιταλών να κάμψουν την αντίσταση των εξηντλημένων Ελλήνων, ελέω «παμφασιστικής σταυροφορίας». Τοιαύτη εξέλιξη, σε συνδυασμό με την προκληθείσα υπό Αγγλο-Αμερικανών ανατροπή της γιουγκοσλαβικής κυβερνήσεως (27/3)[91], κατέστησε την γερμανική κάθοδο αναπόδραστη, όπως φανέρωσαν τόσο οι διπλωματικές βολιδοσκοπήσεις του Κορυζή, όσο και η αυθαίρετη και αποτυχημένη απόπειρα του αντιστρατήγου Γ.Τσολάκογλου (12/3) να αποδεθχεί δια του συντ/χου Α.Πετίνη -έστω και αργά- την πρόταση Κανάρη στο γερμανικό προξενείο της Θεσσαλονίκης[92]. Ήταν ο ίδιος αντιστράτηγος που στις 20 Απριλίου 1940 θα υπέγραφε, πάλιν αυθαίρετα, πρωτόκολλο ανακωχής με τον προελαύνοντα Josef Dietrich[93] (το οποίο εάν ετηρείτο υπό Γερμανών θα απέτρεπε τον ακρωτηριασμό της Ελλάδος, συνολικώς θα υπέγραφε άλλες δύο συνθηκολογήσεις) κι εν τέλει θα δεχόταν να γίνει ο πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός.

Στις 6 Απριλίου 1941, ελάχιστη ώρα μετά την έναρξη της εκ Βουλγαρίας γερμανικής εισβολής, ο Α.Κορυζής είχε εκφράσει το δεύτερο «Όχι» στο τελεσίγραφο του πρέσβεως Έρμπαχ για εκδίωξη των βρετανικών στρατευμάτων[94]. Στις 18 Απριλίου, ύστερα από μία μυστική -και ίσως επεισοδιακή- συνομιλία με τον αγγλόδουλο Γεώργιο Β΄, βρέθηκε νεκρός στην οικία του με δύο (sic) σφαίρες στην καρδιά[95]. Οι εφημερίδες της εποχής ομίλησαν γενικώς και αορίστως περί αιφνιδίου θανάτου. Αργότερα διοχετεύθηκε στην συμβατική ιστοριογραφία και την κοινή γνώμη η άποψη ότι αυτοκτόνησε για να μην παραδοθεί στους Γερμανούς[96], οι οποίοι περαίωσαν την κατάκτηση της ηπειρωτικής Ελλάδος στις 27 Απριλίου. Στην θέση του προέδρου της ελληνικής κυβερνήσεως διορίστηκε από Άγγλους και βασιλέα ο πειθήνιος αγγλόφιλος Εμμανουήλ Τσουδερός. Οι Άγγλοι μαζί με τον ελληνικό χρυσό και τους εντολοδόχους της ελληνικής κυβερνήσεως μετεκινήθησαν στην Κρήτη κι από ‘κει στην Αίγυπτο.

Χάρη στο ηρωικό έπος του ’40 και την σχεδόν δίμηνη αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων προ του χιτλερικού οδοστρωτήρος, η γερμανική εκστρατεία κατά της Ρωσίας υπέστη σημαντική αναβολή, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να ανασχεθούν μεσούντος του ρωσικού χειμώνος και να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση της συντριβής των[97]. Όμως οι περιπέτειες της πολύπαθης Ελλάδος θα καθυστερούσαν πολύ να κοπάσουν, καθώς οι μεγαλύτερες θυσίες της στον βωμό της τιμής και της ελευθερίας δεν είχαν ακόμη εκπληρωθεί, όπως και η πανθομολογούμενη ιστορική δικαίωση των αγώνων της. Λίγα χρόνια μετά τις θυσίες της Ελλάδος, οι -κατά τ’ άλλα λαλίστατοι ως προς την «ευγνωμοσύνη» τους- σύμμαχοί της θα απηγχόνιζαν ανερυθριάστως ελληνόπουλα στην Κύπρο... 

 

[1] Gerard E. Silberstein, “The Troubled Alliance: German-Austrian Relations, 1914—1917”, University Press of Kentucky 2014, σ.46

[2] Γιάννης Γιαννόπουλος, “Δωδεκάνησος, η γένεση ενός ονόματος και η αντιμετώπισή του από τους Ιταλούς” [Dodecanese, the genesis of a name and the Italian approach]. Ἑῶα καὶ Ἑσπέρια 6 (2006), 2 σ.725-295

[3] Richard Lamb, “Mussolini as Diplomat”, John Murray Publishers 1998, σ.291-292

[4] Βάσει των αρχείων του ελληνικού Υπ.Εξ: “Diplomatic Documents Relating to Italy's Aggression Against Greece: The Greek White Book, American Council on Public Affairs 1943, σ.7-8

[5] Alan Clarke, “Managing and Developing Communities, Festivals and Events”, Springer 2016, σ.137

[6] Marta Petricioli, “L'Europe Méditerranéenne”, Peter Lang 2008, σ.89

[7] Αριστοτέλης Α. Καλλής, “Fascist Ideology Territory and Expansionism in Italy and Germany, 1922-1945”, Routledge 2000, 50-51

[8] Α. Καλλής, ό.π, σ.68

[9] James Barros, “The Corfu Incident if 1923: Mussolini and the League of Nations”, Princeton University Press 1965. σ.339

[10] James Burgwyn, “Italian Foreign Policy in the Interwar Period: 1918-1940”, Praeger 1997, σ.23

[11] Θάνος Βερέμης, “Οικονομία και Δικτατορία: η συγκυρία 1925-1926”, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας 1982, σ.38-39

[12] Πηνελόπη Κισσούδη, “The Balkan Games and Balkan Politics in the Interwar Years 1929–1939: Politicians in Pursuit of Peace”, Routledge 2013, σ.43  

[13] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Τόμος ΙΕ': “Νεώτερος ελληνισμός από το 1913 ως το 1941”, Εκδοτική Αθηνών 1978, σ.343-348

[14] Zara S. Steiner, “The Lights that Failed: European International History, 1919-1933”, Oxford University Press 2007, σ.499

[15] Anthony Mockler, “Haile Selassie's War”, Olive Branch Press 2003, σ.172-73

[16] Robert Leckie, “Delivered from Evil: The Saga of World War II”, Harper & Row 1987, σ.64

[17] Hamish MacDonald, “Mussolini and Italian Fascism”, Nelson Thornes 1998, σ.33-34

[18] Αδόλφος Χίτλερ (μτφρ. Λεωνίδας Προεστίδης), “Ο Αγών μου”, εκδόσεις Κάκτος 2006, σ.769-794

[19] Gordon Martel, “Origins of the Second World War Reconsidered”, Routledge 2002, σ.212-218

[20] Owen Pearson, “Albania in the Twentieth Century, A History” Vol.I “Albania and King Zog”, I.B.Tauris 2004, σ.439

[21] Harold J. Goldberg, “Competing Voices from World War II in Europe: Fighting Words”, ABC-CLIO 2010, σ.7-8

[22] Conan Fischer, “Europe between Democracy and Dictatorship: 1900 - 1945”, John Wiley & Sons 2011, σ.263

[23] Völkischer Beobachter, 23/05/1939

[24] Ο Χίτλερ ήδη από την περίοδο συγγραφής του ανεκδότου «δευτέρου βιβλίου» του (που αποτελούσε συπλήρωμα του «Mein Kampf» επι ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής και του οποίου η γνησιότητα έχει αναγνωρισθεί από πολλούς διαπρεπείς ιστορικούς) χαιρέτιζε αυτήν την προοπτική (όπως και την συμμαχία με την θαλασσοκράτειρα Αγγλία), όντας ο ίδιος αδιάφορος για αποικιακές-εμπορικές φιλοδοξίες: «Ο φυσικός χώρος της ιταλικής επεκτάσεως είναι και θα παραμείνει η περιοχή που περιβάλλει την Μεσόγειο. Όσο περισσότερο η σημερινή Ιταλία απομακρύνεται από την προηγούμενη πολιτική εθνικής ενοποίησης και μετατρέπεται σε ιμπεριαλιστική, τόσο πιστότερα θα βαδίζει στα χνάρια της αρχαίας Ρώμης {...} Και αν σήμερα η Ιταλία επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της στην περίμετρο της λεκάνης της Μεσογείου και να αποκτήσει αποικίες, τότε αυτή είναι [επίσης] η μόνη φυσική πραγμάτωση των συμφερόντων της». Βλ. Α.Χίτλερ (1928), επίμ. Gerhard L. Weinberg, Krista Smith, “Hitler’s Second Book: The Unpublished Sequel to Mein Kampf”, Enigma Books 2006, σ.177-178

[25] Galeazzo Ciano (εκδ. Malcolm Muggeridge, μτφρ. Stuart Hood), “Ciano’s Diplomatic Papers”, Odhams Press 1948, σ.55-60

[26] Mack Smith, “Denis Italy and Its Monarchy”, Yale University Press 1989, σ.321

[27] John Pollard, “The Fascist Experience in Italy”, Routledge 2005, σ.111-114

[28] James Burgwyn, “Mussolini and the Salò Republic, 1943–1945: The Failure of a Puppet Regime”, Springer 2018, σ.51-55

[29] Stefane Groueff, “Crown of Thorns: The Reign of King Boris III of Bulgaria, 1918-1943”, Lanham 1998, σ.292-293

[30] Documents on German Foreign Policy 1918-1945 (DGFP), Series D (1937-1945), Vol.12, No 114, (Foreign Office, United States Department of State, HMSO: Λονδίνο 1949), σ.203  

[31] Αρχεία Εθνικής Αντίστασης, Έκδοση Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού 1998, σ.422-424

[32] Perica Hadzi-Jovancic, “The Third Reich and Yugoslavia: An Economy of Fear, 1933-1941”, Bloomsbury Publishing 2020, σ.178-182

[33] Γιώργος Μαυρογορδάτος, “Μεταξύ δύο πολέμων: Πολιτική Ιστορία 1922-1940”, 2003, σ.29

[34] Βλ. Συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη στην Βίκυ Φλέσσα, στην εκπομπή «Στα άκρα» της ΕΡΤ, 29/01/2010

[35] Χρήστος Χατζηιωσήφ, “Ιστορία της Ελλάδας του 20ου Αιώνα: Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940” τόμος Β2, Βιβλιόραμα 2003, σ.118-120

[36] Δημήτριος Κιτσίκης, “Ἡ Ἑλλάς τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις: ἀρχεία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, 1936–1941”, Ίκαρος 1974, σ.33

[37] Μόλις δηλαδή ίδρυσε το ενωτικό κόμμα των Ελευθεροφρόνων, βλ. εφημ. Καθημερινή, 18/10/1922

[38] Ευάγγελος Χρυσός, Wolfgang Schultheiß, “Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων”, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία 2010, σ.207

[39] Παναγιώτης Πιπινέλης, “Εξωτερική πολιτική της Ελλάδος, 1923–1941”, Αθήναι 1948, σ.198-200

[40] James Barros, “Britain, Greece and the Politics of Sanctions: Ethiopia, 1935-1936”, Royal Historical Society 1982

[41] Χ.Χατζηιωσήφ, ό.π., σ.114-115

[42] Αυτό φαίνεται και στην ομιλία Sir Antony Eden στην βρετανική βουλή (28/4/1937) περί πρωτίστης σημασίας των φιλικών καθεστώτων κι έπειτα των ιδεολογικώς συγγενών. Βλ. Δ.Κιτσίκης, ό.π, σ.32-33

[43] Jon V. Kofas, “Authoritarianism in Greece: The Metaxas Regime”, East European Monographs 1983, σ.183-192

[44] Αναστάσιος Ζολώτας, “Γερμανικαί προτάσεις ειρήνης διαρκούντος του ελληνοϊταλικού πολέμου”, Ερωδιός 2005, σ.79

[45] Σε κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα προς την πρεσβεία του Λονδίνου στις 14/2/1938 (αρ. πρωτ. 3084), ο Μεταξάς εξέφρασε την αγανάκτησή του καθώς ο βρετανικός παράγων είχε αναμειχθεί σε συνομιλίες για την ικανοποίηση των βουλγαρικών εδαφικών αξιώσεων εις βάρος της Ελλάδος. Βλ. Ιωάννης Μεταξάς (επίμ. Φαίδων Βρανάς), “Το Προσωπικό του Ημερολόγιο: 1933-1941” (“Η Τετάρτη Αυγούστου”, “Ο Πόλεμος 1940-1941”), Ίκαρος 1960, σ.294-295

[46] Ιωάννης Μεταξάς, “Το Προσωπικό του Ημερολόγιο: 1933-1941” (“Η Τετάρτη Αυγούστου”), Ίκαρος 1960, σ.524

[47] League of Nations Treaty Series, [9/2/1934] LNTSer 20, No3514, σ.154-159

[48] Πηνελόπη Κισσούδη, “The Balkan Games and Balkan Politics in the Interwar Years 1929 – 1939: Politicians in Pursuit of Peace”, Routledge 2013, σ.168

[49] Θάνος Βερέμης, “Βαλκάνια: από τον 19ο ως τον 21ο αιώνα”, Πατάκης 2005, σ.69

[50] Ε.Χρυσός, W.Schultheiß, ό.π., σ.205

[51] Ηλίας Ηλιόπουλος (εκδ. Θ.Βερέμης), “Ο Μεταξάς και η Εποχή του” (κεφ. “Η Ελληνική Στρατηγική Ανάσχεσης έναντι της Αναθεωρητικής Απειλής και τα Όριά της”), Αθήνα 2009, σ. 156-168

[52] Βλ. Αναφορά του πρέσβεως εν Αθήναις Sydney Waterlow προς τον Βρετανό Υπ.Εξ. Anthony Eden στις 19/2/1938. FO 371/22371 R2032.

[53] Ιωάννης Μεταξάς, “Το Προσωπικό του Ημερολόγιο: 1933-1941” τόμ.Δ,  Ίκαρος 1960, σ.402-403

[54] Ι.Μεταξάς, ό.π., σελ.359 (εγγραφή 12-19/5/1939)

[55] Ι.Μεταξάς, ό.π., σελ.359-360

[56] Ι.Μεταξάς, ό.π., σελ.426

[57] Ι.Μεταξάς, ό.π., σ.475

[58] Emanuele Grazzi (μτφρ. Γ.Χρυσώ), “Η αρχή του τέλους (η επιχείρηση κατά της Ελλάδας)”, Εστία  1980, σ.124-125

[59] E.Grazzi, ό.π., σ.50-51

[60] Ι.Μεταξάς, ό.π., σ.485

[61] Ι.Μεταξάς, ό.π., σ.537

[62] Heinz Richter (μτφρ.Κώστας Σαρρόπουλος), “Η Ιταλο-Γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδος”, εκδ.Γκοβόστη 1998, σελ.60

[63] Ι.Μεταξάς, ό.π., σ.494, 498, 502

[64] “Ο ελληνοιταλικος πολεμος, 1940-1941: η ιταλικη εισβολη (28 Οκτωβριου μεχρι 13 Νοεμβριου 1940)”, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Γενικό Επιτελείο Στρατού 1960, σ.290-292 (Αρχείον ΔΙΣ Φ. 618/ΣΤ/1)

[65] Galeazzo Ciano (επίμ. H.Gibson, S.Welles), “Ciano Diaries 1939-1943” (Unabridged Diaries of Count Galeazzo. Italian Minister for Foreign Affairs 1936-1943), Doubleday & Co 1946, σ.247

[66] Ι.Μεταξάς, ό.π., σ.513

[67] Σπυρίδων Μαρκεζίνης, “Σύγχρονης Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος (1936-1975)”, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος 1994, σ.170

[68] «Alors, c'est la guerre»

[69] Ιωάννης Κολιόπουλος, “Παλινόρθωση, Δικτατορία, Πόλεμος, 1935-1941”, Εστία 1984, σ.192-193

[70] Ο Χίτλερ πίστευε ότι η επίθεση έπρεπε να πραγματοποιηθεί μετά τις εκλογές των ΗΠΑ (5/11/1940), ειδεμή η αμερικανική κοινή γνώμη θα αντιδρούσε κατά του Άξονος επανεκλέγουσα τον αντιναζιστή Ρούζβελτ. Βλ: Αναστάσιος Ζολώτας, “Γερμανικαί προτάσεις ειρήνης διαρκούντος του ελληνοϊταλικού πολέμου”, Ερωδιός 2005, σ.49

[71] Hagen Fleischer, “Στέμμα και σβάστικα: Η Ελλάδα της κατοχής και της αντίστασης 1941-1944”, εκδ. Παπαζήση 1988, σ.64

[72] Ι.Μεταξάς, ό.π., σ.549-550

[73] Ι.Μεταξάς, ό.π., σ.537

[74] Ο Wilhelm von Canaris ήταν επικεφαλής της γερμανικής αντικατασκοπείας (Abwehr) και διατεινόταν ότι καταγόταν από την ελληνική οικογένεια των Κανάρηδων.

[75] Höhne Heinz, “Canaris; Patriot im Zwielicht”, Bertelsmann, Μόναχο 1976, σ. 415-421

[76] Εκτός του Κανάρη, ως δίαυλοι επικοινωνίας έχουν κατονομασθεί ο στρατιωτικός ακόλουθος της εν Αθήναις γερμανικής πρεσβείας Christian Clemm von Hohenberg, ο πρέσβυς εν Αγκύρα Franz von Papen ακόμη και η γυναίκα του διαδόχου Παύλου Φρειδερίκη. Βλ. Αναστάσιος Ζολώτας, “Γερμανικαί προτάσεις ειρήνης διαρκούντος του ελληνοϊταλικού πολέμου”, Ερωδιός 2005, σ.98-141

[77] Ι.Μεταξάς, ό.π., σ.545

[78] Mogens Pelt, “Tobacco, Arms, and Politics: Greece and Germany from World Crisis to World War, 1929-41”, Museum Tusculanum Press 1998, σ.208-209

[79] Αννίβας Βελλιάδης, “Μεταξάς-Χίτλερ: Ελληνογερμανικές σχέσεις στη μεταξική δικτατορία, 1936-1941”, Ενάλιος 2003, σ.301-303

[80] Η χιτλερική Γερμανία είχε ήδη παραβιάσει αρκετές συνθήκες και εγγυήσεις, με πλησιέστερο παράδειγμα την Ρουμανία, της οποίας την απώλεια εδαφών προς την Ουγγαρία είχε επιβάλει ύστερα από προσχώρησή της στον Άξονα. Επίσης με την μακράν ισχυρότερη Ε.Σ.Σ.Δ. είχε υπογράψει ένα μακράν επισημότερο σύμφωνο (23/8/1939) το οποίο μάλιστα περιείχε τους όρους του Χαλυβδίνου Συμφώνου. Όμως μετά την Ελλάδα επετέθη και στην Ε.Σ.Σ.Δ.

[81] Achilles N. Sakell, “A Ripple on the Seas”, Vantage Press 1986, σ.72

[82] Ι.Μεταξάς, ό.π., σ.558

[83] Ι.Μεταξάς, ό.π., σ.559-560

[84] Ο επιτετραμμένος του προέδρου Φ.Ρούζβελτ στα Βαλκάνια συντ/χης  William Donovan δήλωσε στον Υπ.Εξ. Βρετανό A.Eden ότι «σημαντική βοήθεια προς την Ελλάδα θα επηρεάσει σημαντικά την αμερικανική κοινή γνώμη, ιδιαιτέρως δε την Γερουσία και την Βουλή». Βλ. Βάσος Μαθιόπουλος, “Η συμμετοχή της Ελλάδος στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο”, Ακαδημία Αθηνών 1998, σ.268

[85] O K.Μανιαδάκης δήλωσε πως «εάν ο Μεταξάς είχε νοσηλευθεί και στην τρίτη θέση ενός δημοσίου νοσοκομείου, θα είχε σωθεί». Βλ. Ιάκωβος Χονδροματίδης, “Η συνωμοσία της Αγγλίας κατά της Ελλάδος”, Εκδόσεις Θούλη 2012, σελ.43-45

[86] Θεοφύλακτος Φ. Παπακωνσταντίνου, “Η Μάχη της Ελλάδος, 1940-1941”, εκδ. Γαλαξίας-Κεραμεικός 1966, σ.161

[87] Σύμφωνα με θεωρία συνωμοσίας του ιστορικού Δημητρίου Μιχαλοπούλου που επικαλείται μαρτυρία του υιού του κυρίως ιατρού που συνέταξε το ανακοινωθέν, στις 25 ή 26/1 ο εκδότης του «Βήματος» και των «Νέων» Δημήτρης Λαμπράκης (ως «πράκτωρ Άγγλων») είχε παραθέσει στον Μεταξά το τελευταίο, «μακάβριο» γεύμα. Βλ. συνέντευξή του στην εκπομπή «Δελτίο των 11» του Σπύρου Χατζάρα στον τηλ. σταθμό Blue-Sky στην 1η/4/2011.

[88] Δημήτρης Μιχελίδης, “Ο μυστικός πράκτορας στο ΚΚΕ”, εκδ. Γλάρος 1986, σ.112

[89] Βλ. πρωτοσέλιδο του φύλλου υπ’ αριθμ. 15547 της εφημερίδος «Μακεδονία» στις 25/11/1958

[90] Α.Ζολώτας, ό.π., σ.121

[91] Richard Dunlop, “Donovan, America's Master Spy”, Rand McNally 1982, σ.258-277

[92] Σύμφωνα με το αρχείο του βιογράφου του φον Κανάρη Heinz Höhne. Βλ. Ζολώτα, ό.π., σ.160-161

[93] Γεώργιος Τσολάκογλου, “Απομνημονεύματα”, Ακρόπολις 1959, σ.250

[94] Ιωάννης O. Ιατρίδης, “Ambassador MacVeagh Reports: Greece, 1933-1947”, Princeton University Press 2014, σ.328-330

[95] Κωνσταντίνος Κοτζιάς, “Ελλάς, ο πόλεμος και η δόξα της”, Αθήνα 1947, σ.405

[96] Δημοσθένης Κούκουνας, “Η γερμανική εισβολή και η συνθηκολόγηση: Απρίλιος 1941”, εκδ. Μέτρον 1983, σ.60

[97] Ο ίδιος ο Χίτλερ παραδέχεται στην πολιτική διαθήκη του ότι με τις πέντε εβδομάδες που έχασε στα Βαλκάνια θα μπορούσε να καταλάβει την Μόσχα εγκαίρως και να τελειώσει τον πόλεμο. Αυτές οι πέντε εβδομάδες τον γονάτισαν στο τέλος. Βλ. Α.Χίτλερ, “The Testament of Adolf Hitler: The Hitler-Bormann Documents, February-April 1945”, Icon Books 1962, σ.27-32

NOTE! This site uses cookies and similar technologies.

If you not change browser settings, you agree to it. Learn more

I understand