Για τον Χρήστο Τσιόλα, που "έφυγε" ξαφνικά...

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΤΣΙΟΛΑ ΠΟΥ "ΕΦΥΓΕ" ΞΑΦΝΙΚΑ...
 
Έφυγε αναπάντεχα από τα εγκόσμια ο αγωνιστής τής εθνικής ιδέας Χρήστος Τσιόλας. Η κηδεία του θα γίνει σήμερα Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2021 στις 16:00 στο χωριό Δένδρα, το οποίο βρίσκεται στην Ε.Ο. Λαρίσης Τυρνάβου.
Θα τον προπέμψουν η σύζυγός του Ελένη, οικείοι, φίλοι και συναγωνιστές του. Συλλυπούμεθα εκ βάθους καρδίας την Ελένη και της ευχόμαστε δύναμη και κουράγιο για να αντεπεξέλθει στο ξαφνικό όσο και σκληρότατο αυτό χτύπημα και ευχόμαστε σε όλους κουράγιο και δύναμη να τιμούν την μνήμη τού εκλιπόντος με τον τρόπο που αυτός θα ήθελε: ελληνικά, αγωνιστικά και απροσκύνητα.
Ο Χρήστος Ναπολέοντος Τσιόλας από τα εφηβικά του χρόνια αποφάσισε να δώσει τον καλό υπέρ έθνους αγώνα μέσα από τις τάξεις τού ΕΝ.Ε.Κ. και ακολούθως και άλλων εθνικών οργανώσεων. Αγωνίστηκε με συνέπεια, συνέχεια και ανιδιοτέλεια και υπήρξε μπροστάρης και ακούραστος μαχητής, γεγονός που του περιποιεί μεγίστη τιμή. Ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή τού αγώνα τόσο τοπικώς όσο και πανελληνίως. Και πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, με ευγένεια, με καλοσύνη, με χιούμορ, με ευφυΐα και βάθος ανάλυσης. Θεωρία και πράξη ένα, με αξιοπρέπεια και δυναμισμό.
Συνέγραψε το ιστορικό πόνημα "Τα πρόσωπα τού φόβου - Οι κατοχικές δυνάμεις στη Θεσσαλία και οι συνεργάτες τους" (εκδ. Πελασγός), προσφέροντας στην ιστοριογραφία ένα εξαιρετικό πόνημα, από τα σημαντικότερα τού είδους που έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια. Ετοίμαζε δε και νέο βιβλίο για την ίδια περίοδο, όμως κόπηκε τόσο απροσδόκητα το νήμα τής ζωής του.
Το τελευταίο διάστημα αγωνιζόταν ως στέλεχος τού Κέντρου Μελετών και Προώθησης Εθνικών Ιδεών φ (Κέντρο φ). Με μεστές, εύστοχες και ουσιαστικές παρατηρήσεις και παρεμβάσεις φρόντιζε να ανοίγει το δρόμο για νέους ποιοτικούς και νικηφόρους αγώνες. Λίγες ημέρες πριν από τον αδόκητο χαμό του, την Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021, πρόσχαρος και συνεπής, ανέλαβε σε τηλεσυνάντηση ενώπιον των συναγωνιστών του να ετοιμάσει εισήγηση για το μέλλον τής εθνικιστικής προσπάθειας. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να μας κάνει κοινωνούς τής διεισδυτικής και ώριμης σκέψης του και στο συγκεκριμένο θέμα, μεγαλώνοντας ακόμη πιο πολύ το χρέος μας. Οφείλουμε να σταθούμε όπως αρμόζει στην περίσταση: ανθρώπινα δίπλα στη γυναίκα του και στους οικείους του και αγωνιστικά τιμώντας με ένταση τού εθνικού αγώνα τη μνήμη τού λεβέντη συναγωνιστή μας. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει.
ΥΓ:Ας μου επιτραπεί και κάτι προσωπικό: Σ' ευχαριστώ Χρηστάρα που με τίμησες με την φιλία σου. Αν δημιουργήσουμε κάτι με τον Θωμά, θα σου το αφιερώσουμε. Προχωρώντας το φ, θα προσπαθήσουμε να καλύψουμε το όντως δυσαναπλήρωτο κενό σου στελεχώνοντάς το με νέους ανθρώπους όπως θα σου άρεσε.
Και κάτι τελευταίο: Χρήστο Τσιόλα, εκεί που πας, να πεις τού κουμπάρου σου τού Έλληνα Κώστα Καρδαρά και των άλλων συναγωνιστών μας ότι δεν τους ξεχάσαμε και ότι σαν μνημόσυνα συνεχίσουμε τον αγώνα ως τη νίκη.
Ύστατο Χαίρε!
Γιώργος Σαγιάς

Με αφορμή μία υπουργοποίηση

 

 

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΠΟΙΗΣΗ.
 
Του Γ. Σαγιά
 
Κατατίθενται κάποιες σκέψεις για τον εκ Κύπρου ορμώμενο νέο υπουργό της ελληνικής Κυβερνήσεως στο Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας κ. Χρ. Στυλιανίδη:
Το ότι κατάγεται από την (μαρτυρική και κατά σχεδόν 38% κατεχόμενη) Κύπρο είναι θετικό διότι είναι καλό να εκπροσωπείται (και) σε επίπεδο κυβερνήσεως όλη η επικράτεια τού ελληνισμού.
Κατά το παρελθόν άλλωστε είχε υπουργοποιηθεί και ο εκ Κύπρου ορμώμενος (αδικοχαμένος από αεροπορικό δυστύχημα) Γιάννος Κρανιδιώτης.
Δυστυχώς όμως οι πολιτικοί που επί δεκαετίες είναι κυρίαρχοι στην πολιτική ζωή τού τόπου, αποφεύγουν συνειδητά να μιλούν για την αδιαμφισβήτητη ελληνικότητα τής Κύπρου.
 
Όπως είναι γνωστό, η Κύπρος θεωρείται επισήμως "ξένη" χώρα (παρά τους ποταμούς αίματος που έχουν χύσει οι Κύπριοι αδελφοί μας για τον ελληνισμό και παρά το ότι είναι ξεκάθαρα μέρος τού σώματος τής Ελλάδος -και δη της καρδιάς).
Συνεπώς, ως προς την ουσία, είναι ακριβώς ίδια η αντιμετώπισή μας για κάθε Έλληνα είτε είναι Αιγαιοπελαγίτης ή Επτανήσιος, είτε Θραξ ή Μακεδόνας είτε Ηπειρώτης ή Κρης είτε από οποιαδήποτε άλλη περιφέρεια τής Ελλάδος.
Όμως βάσει των ισχυόντων νόμων, για να οριστεί κάποιος υπουργός (Άρθρο 81 παράγραφος 2 του Συντάγματος) θα πρέπει να συγκεντρώνει τα προσόντα που ορίζει το Άρθρο 55 περί βουλευτού. Αυτό σημαίνει ότι για να εκλεγεί κάποιος βουλευτής θα πρέπει να είναι Έλληνας πολίτης και να έχει το δικαίωμα τού εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Το Άρθρο 81 παρ.2 αναφέρει πως κανένας δεν μπορεί να ορκιστεί μέλος της Κυβέρνησης ή υφυπουργός αν δεν συγκεντρώνει τα προσόντα που ορίζει το Άρθρο 55 για τον βουλευτή.
 
Αυτονόητο είναι πως η Κυβέρνηση είχε ήδη λύσει αυτό το θέμα (είτε αυτό έγινε διά υπαρχούσης διπλής υπηκοότητος είτε με παροχή ιθαγενείας). Ο λόγος που αναφέρεται είναι διότι δι' αυτής της οδού μπορεί να γίνει υπουργός τής Ελλάδος οποιοσδήποτε πληροί κάποια από αυτές τις προϋποθέσεις από οπουδήποτε και αν προέρχεται. Γιατί, μπορεί εμείς ως εθνικώς σκεπτόμενοι να ικανοποιούμεθα με υπουργοποίηση Έλληνα εκ της νήσου Κύπρου, όμως δεν φαίνεται να γίνεται με αυτό το σκεπτικό αυτή η υπουργοποίηση.
 
Η εθνική άποψη για διώξιμο του στρατού κατοχής των Τούρκων εισβολέων καθώς και των Τούρκων εποίκων στην Κύπρο, δυστυχώς δεν είναι στην "ατζέντα" Ελλήνων πολιτικών που κυβερνούν επί δεκαετίες. Το ίδιο συμβαίνει εκτός από την μητέρα πατρίδα και στην κόρη Κύπρο. Αντιθέτως μάλιστα, νωπές είναι δηλώσεις ανωτάτων αρχόντων τής ελληνικής Κυβερνήσεως με τις οποίες αφήνεται -για άλλη μια φορά- μόνη και απροστάτευτη η νήσος. Επίσης νωπές είναι τραγικές δηλώσεις πολιτικών τής Κύπρου -οι οποίοι βρίσκονται σε ύψιστες θέσεις- με τις οποίες δηλώνουν αδυναμία και έμμεση υποταγή στην εισβολέα Τουρκία.
 
Η υπουργοποίηση τού κ. Χρήστου Στυλιανίδη, εκτιμάται ότι μπορεί να επιταχύνει επί το χείρον τις εξελίξεις (και;) για το Κυπριακό. Διότι κατά το παρελθόν υπήρξε υποστηρικτής τής λεγομένης "διζωνικής - δικοινοτικής ομοσπονδίας", η οποία ουδεμία σχέση έχει με δίκαιη και εθνική λύση -τουναντίον.
Συγχρόνως, έντονη και διάχυτη είναι η ανησυχία και για ενδεχόμενη απόπειρα ολοκληρώσεως τής λεγομένης "Συμφωνίας" των Πρεσπών, με την οποία θα επισφραγιστεί η απαράδεκτη "συμφωνία" τής προηγουμένης Κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ - ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ (με την στήριξη και τού υπόλοιπου αυτοονομαζόμενου "δημοκρατικού τόξου").
 
Τέλος, αξίζει να δοθεί έμφαση σε κάτι που επιμελώς αποσιωπάται και ακροθιγώς ανεφέρθη ανωτέρω: Υπουργοποίηση με βάση την διπλή υπηκοότητα ή και την παραχώρηση ελληνικής ιθαγένειας, μπορεί να γίνει σε επόμενη φάση και για οποιονδηποτε δύναται να πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να οριστεί υπουργός αθλητισμού ένας φιλέλληνας ή υπουργός οικονομικών ένας ευρωπαίος επίτροπος. Αυτό θα σημάνει και την πλέον ξεκάθαρη σηματοδότηση τού χτυπήματος τού "νατιβισμού" αλλά και της πλέον απτής απόδειξης ότι η Ελλάδα είναι από ετών δορυφόρος ("προτεκτοράτο") ξένων δυνάμεων.
 
Ας ελπίσουμε αυτά τα σενάρια να παραμείνουν σενάρια αλλά να εντείνουμε τον αγώνα μας ώστε να μπορούμε να τα ανατρέπουμε -ακόμη καλύτερα: να τα αποτρέπουμε.
 
Μπορούμε!
 
Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές δεν υιοθετούνται απαραίτητα από το Κέντρο φ και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.

Οδηγούμαστε σε άκρατο πολιτικό ολοκληρωτισμό

 

 

 

Γράφει ο Πασχάλης Κ. Μουλάς

 

 

 Οι κυβερνήσεις μειοψηφίας -επί του γενικού συνόλου του πληθυσμού της Ελλάδος- που εκλέγονται σε κάθε εκλoγική περίοδο, τα συνεχιζόμενα αδιέξοδα σε οικονομικό, εκπαιδευτικό, υγειονομικό και εργασιακό επίπεδο, οι εξαγγελίες κάθε είδους κεκαλυμμένου εκβιασμού και υποχρεωτικότητας, η αδράνεια -και άρα συνέχιση- της ραγδαίας αύξησης της υπογεννητικότητας, συνεπικουρουμένης της παγκοσμίου ανταλλαγής διαφορετικών και διαφόρων συμπαγών νομάδων που εντείνουν περαιτέρω τα εκάστοτε προβλήματα του ελληνικού κράτους, έχουν δημιουργήσει μία τεράστια μερίδα Ελλήνων πολιτών που επιθυμούν να ζουν σε ένα πραγματικά ελεύθερο πολιτειακό περιβάλλον, μακριά από κάθε μορφή ασυδοσίας, αντιδρώντας εμπράκτως.

 

 Είναι πολύ ευχάριστο το γεγονός ότι αυτή η κοινωνική, φιλοσοφική, πολιτική, αλλά και πρακτική αναζήτηση της Αλήθειας και της Ελευθερίας ενώνει πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες δεν έχουν κομματικά δεσμά. Μολονότι υπάρχουν ασαφή «μαντριά» που τους προσεγγίζουν για γνωστούς-αγνώστους λόγους, εκείνοι αγωνιούν για το παρόν και το μέλλον των παιδιών τους, προσπερνώντας κάθε λογής «επιτήδειο».

 

 Η αδυναμία του υπάρχοντος ελληνικού πολιτικού συστήματος να απορροφήσει αυτή την «κρίσιμη μάζα» -όπως είθισται να χαρακτηρίζεται ενίοτε από τα τηλεοπτικά παράθυρα σε άλλες περιπτώσεις- η οποία δείχνει σημάδια ζωντάνιας τα πρόσφατα χρόνια, το οδηγεί σε ένα ατέρμονο αδιέξοδο, το οποίο δεν μπορεί -και δεν θα μπορέσει- να διαχειριστεί με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο. Στα πλαίσια αυτής της αδυναμίας και για να επιτευχθεί η κυβερνησιμότητα, προβαίνει σε αποφάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζουν άλλα καθεστώτα που χρησιμοποιούσαν άλλες πρακτικές. Επί παραδείγματι, τα πιστοποιητικά που αφορούν τον νέο ιό, τα οποία δεν είναι μόνο στη διάθεση ανθρώπων που έχουν σχέση με την υγεία, την ασφάλεια και την έννομη τάξη, εκτός του γεγονότος ότι μηδενίζουν το ιατρικό απόρρητο, θυμίζουν προγενέστερες πέτρινες εποχές.

 

 Με αφορμή την ύπαρξη και διάδοση του νέου ιού, φαίνεται πως μία νέα τάξη πραγμάτων ήρθε για να μείνει ή, τουλάχιστον, γίνεται τεράστια προσπάθεια από τους έχοντες τα ηνία για να μονιμοποιηθούν αρρωστημένες κοινωνικά και πνευματικά καταστάσεις. Είναι δυνατόν εν έτει 2021 να απαγορεύεται η εργασία και πολύ περισσότερον αυτή η απαγόρευση να μην έχει καθορισμένο τέλος; Κι όμως, γίνεται! Ένα από τα πιο βασικά και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα είναι το δικαίωμα στην εργασία, το οποίο με τα συνεχή «lockdowns» κατακρεουργήθηκε, στο βωμό της δημόσιας υγείας, βέβαια, όπως είπαν οι ειδικοί στην τηλεόραση. Η εργασία, όμως, είναι σημαντικότατο μέρος της υγείας.

 

 Αυτοί που δείχνουν να αφουγκράζονται την μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, όλες εκείνες τις διάσπαρτες πληθυσμιακές ομάδες που προανεφέρθησαν, είναι αξιόλογα πρόσωπα και ενωτικές πρωτοβουλίες ανθρώπων των τοπικών κοινοτήτων. Οι τοπικοί «άρχοντες» και οι κομματικοί εκπρόσωποι ως επί το πλείστον βιώνουν για άλλη μια φορά την απαξίωση και την κραυγή αγανάκτησης των Ελλήνων πολιτών για τα παράλογα και διχαστικά μέτρα που προωθεί το σύστημα, του οποίου είναι μέρος. Σε μίαν άλλη σκοπιά των τεκταινομένων, ο λεγόμενος «πατριωτικός χώρος» -που δεν κατανοώ πλέον από ποιούς απαρτίζεται και από ποιές σκέψεις και προτάσεις αποτελείται- είναι κατακερματισμένος και ως συνήθως παραγκωνισμένος, φτάνοντας σε σημείο να μην υπάρχει, να μην υφίσταται, κάτι που είναι και προσωπική μου πεποίθηση.

 

 Η Ελευθερία, ο Πατριωτισμός και η Αντι-Παγκοσμιοποίηση δεν έχουν εκφραστεί από κανέναν κομματικό σχηματισμό/μηχανισμό σωστά. Είναι πολυδιάστατες έννοιες, οι οποίες χρήζουν μελέτης και δεν έχουν αναλυθεί εκτενώς, με τις κορώνες και τα τσιτάτα να κυριαρχούν. Πρόσωπα τα οποία έχουν δοκιμαστεί στον πολιτικό στίβο και έχουν αποτύχει επανειλλημένως, συνεχίζουν να διαθέτουν μικρομεγαλισμό, έπαρση και αλαζονεία, στην προσπάθεια μονοπώλησης των ανωτέρω εννοιών. Η ενότητα είναι κάτι που πολυσυζητείται, αλλά δεν πραγματώνεται. Και αντί το Έθνος να βοηθείται, στην πραγματικότητα ζημιώνεται εν όσω η κυβερνητική πολιτική σκληραίνει το πρόσωπό της και δείχνει τα δόντια της στην Ελληνίδα και τον Έλληνα.

 

 Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος, καθένας που αντιλαμβάνεται τί συμβαίνει γύρω του, αλλά και τί σχεδιάζεται να συμβεί στο άμεσο μέλλον, είναι επιτακτική ανάγκη να κατανοήσει πως μια σοβαρή κατάσταση αντιμετωπίζεται από σοβαρούς ανθρώπους που έχουν κάτι να μας πουν, μα ακόμη πιο πολύ, από ανθρώπους που έχουν δοκιμαστεί στο πεδίο των πράξεων με επιτυχία και έχουν μείνει αναλλοίωτοι στον χρόνο και στις θέσεις τους. Άνθρωποι που γνωρίζουν την επιστήμη της διπλωματίας, τις ανάγκες των Κοινοτήτων, αλλά και τις Ιστορικές Υποχρεώσεις προς το Έθνος και την Πατρίδα. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας και όχι των ρουσφετολογικών γραφείων. Ειλικρινείς, με ανιδιοτέλεια, που αφιερώνουν καθημερινά χρόνο για την Ελλάδα και όχι επαγγελματίες πολιτικοί που αποζητούν ψήφο με κάθε μέσο και οι οποίοι ασχολούνται με τα άγια χώματά μας μόνον όταν έχουν να κερδίσουν κάτι από αυτά.

 

 Ο άκρατος πολιτικός ολοκληρωτισμός είναι μπροστά μας και πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε με τον μοναδικό τρόπο που μπορεί να νικηθεί: τον Ελληνικό!

 

Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές δεν υιοθετούνται απαραίτητα από το Κέντρο φ και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.

Κωνσταντής Γεράκης: ο χαρισματικός Έλληνας που έγινε πρωθυπουργός του Σιάμ

 

 

Του Ιωάννη Σαρρή

 

  Ο Κωνσταντής ή Κωνσταντίνος Γεράκης γεννήθηκε από οικογένεια ελληνορθοδόξων ευγενών το 1647 στην Κεφαλληνία. Σε ηλικία 13 ετών, εγκατέλειψε το νησί για να αναζητήσει την τύχη του ως μούτσος σε πλήρωμα αγγλικού πλοίου. Η Οδύσσειά του είχε μόλις ξεκινήσει. Στα κατοπινά χρόνια, έγινε επιδέξιος στην ναυτική τέχνη, μετονομάσθηκε σε Constance Phaulkon και απέκτησε γνώσεις, γλωσσομάθεια και χρήσιμες γνωριμίες. Η φαντασία του νεαρού αναπαυόταν με τις διάφορες παραστάσεις που προσελάμβανε απ' όλον τον κόσμο, ενώ η δόξα, το χρήμα και οι εφήμερες ηδονές του τυχοδιωκτικού βίου τον μεθούσαν και φούντωναν την φιλοδοξία του για περαιτέρω ανέλιξη και περιπέτεια.  

  Αφότου βίωσε και μάλλον συμμετείχε στον δεύτερο Αγγλο-ολλανδικό πόλεμο, τo 1669 προσελήφθη ως υπάλληλος από την αγγλική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών και εγκατεστάθη στο Μπάνταμ της Ινδονησίας. Εκείνην την περίοδο που ακολούθησε την εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων, η Ινδοκίνα, η Ινδονησία και γενικότερα ο ινδικός ωκεανός, προσέφεραν απεριόριστες εμπορικές ευκαιρίες στις αναδυόμενες ναυτικές δυνάμεις της Ευρώπης και, συνεπώς, αποτελούσαν πόλο έλξεως και μήλον της έριδος για πολλές εξ αυτών. Ο Γεράκης διεύρυνε τον κύκλο των σημαντικών γνωριμιών του και μαθήτευσε κοντά σε σπουδαίους θαλασσοπόρους και εμπόρους, όπως ο George White και ο Richard Burnaby. Το 1675 μετακινήθηκε στο βασίλειο της Αγιουτάγια στο Σιάμ, δηλαδή στην σημερινή Ταϊλάνδη, για λογαριασμό της αγγλικής Εταιρείας. Το 1681 παρουσιάσθηκε στον βασιλιά του Σιάμ Ναράϊ τον Μέγα, ως διερμηνέας του τοπικού άρχοντα και υπουργού Κόσα Λεκ. Σύμφωνα με μία θεωρία, κέρδισε την εύνοια του Ναράϊ όταν κατέρριψε τον ισχυρισμό κάποιων Περσών εμπόρων ότι δήθεν το Σιάμ τους χρωστούσε χρήματα, αποδεικνύοντας ότι εκείνοι χρωστούσαν. Όντας έμπιστος του Ναράϊ, άρχισε να δραστηριοποιείται στην αυλή του σε θέματα εμπορίου, θησαυροφυλακίου και εξωτερικής πολιτικής. Το 1682 εγκατέλειψε το δόγμα του Αγγλικανισμού, που είχε προηγουμένως ασπαστεί καιροσκοπικά, για να ασπαστεί εξίσου καιροσκοπικά τον ρωμαιοκαθολικισμό και, ακολούθως, νυμφεύθηκε μία ιαπωνο-πορτογαλίδα αριστοκράτισσα, με την οποίαν απέκτησε δύο γιους.  

  Ο Γεράκης πολύ σύντομα απέκτησε φήμη και μεγάλη περιουσία. Το 1684 έλαβε την πρωτοβουλία να μεσολαβήσει μεταξύ του Ναράϊ και της γαλλικής Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, προκειμένου να δράσουν από κοινού για την υπονόμευση της ολλανδικής και της αγγλικής παρουσίας στην Ινδοκίνα. Η συμμαχία οριστικοποιήθηκε και ο Λουδοβίκος XIV ο Μέγας, γνωστός και ως "βασιλιάς ήλιος", του απένειμε προσωπικά το μετάλλιο του Τάγματος του Αγίου Μιχαήλ. Το 1685 ο Ναράϊ έχρισε τον Γεράκη πρωθυπουργό της Αγιουτάγια. Ο Γεράκης έδειξε ευθύς εξαρχής την πρόθεσή του να "εξευρωπαΐσει" το Σιάμ, εισάγοντας ακόμη και την ρωμαιοκαθολική πίστη. Επί τούτου, προώθησε ως πιθανό διάδοχο του θρόνου τον προσηλυτισάμενο στον ρωμαιοκαθολικισμό, υιοθετημένο γιο του Ναράϊ, Φρα Πι. Αρκετοί παλαιοί φίλοι του Γεράκη από την αγγλική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών ανήλθαν σε θέσεις κλειδιά του ταϊλανδικού κράτους. Ωστόσο, ο εμπορικός ανταγωνισμός και ορισμένες αψιμαχίες οδήγησαν τους Άγγλους στην κήρυξη πολέμου εναντίον του Σιάμ, από τον οποίον το Σιάμ εξήλθε σχεδόν αλώβητο χάριν της γαλλικής παρεμβάσεως.

  Η θεαματική άνοδος του Γεράκη κέντριζε τον φθόνο αρκετών Ταϊλανδών ευγενών, ενόσω η αυξανόμενη παρουσία των Ευρωπαίων και η προοπτική αποικιοποίησης του Σιάμ προκαλούσαν ευρύτερη ανησυχία στον λαό. Το 1688, ο ηγέτης της ξενοφοβικής παράταξης Πρα Πετράτσα εκμεταλλεύθηκε την ασθενή υγεία του Ναράϊ, θέτοντας τον ίδιο σε κατ' οίκον περιορισμό και διενήργησε πραξικόπημα. Οι Γάλλοι επιτετραμμένοι δεν μπόρεσαν ή δεν επιδίωξαν να σώσουν τον Γεράκη. Οι επαναστάτες του απέδωσαν την κατηγορία ότι σχεδίαζε να γίνει βασιλιάς του Σιάμ μετά τον θάνατο του Ναράϊ, χρησιμοποιώντας τον Φρα Πι σαν μαριονέτα και να επιβάλει τον χριστιανισμό. Ο Γεράκης συνελήφθη και ύστερα από βασανιστήρια αποκεφαλίστηκε, σε ηλικία μόλις 41 ετών. Στην συνέχεια, ο Πετράτσα ανεκηρύχθη βισιλιάς και έδιωξε βιαίως από την χώρα του όλους τους ξένους. 

  Οι ιστορικές αξιολογήσεις του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα του Κωνσταντή Γεράκη ποικίλλουν. Κάποιοι εξαίρουν την χαρισματικότητα και το ελεύθερο πνεύμα του, ενώ άλλοι εξακολουθούν να τον θεωρούν καιροσκόπο αριβίστα. Ο αββάς François Timoléon έχει γράψει για αυτόν στο Mémoires pour servir à l'histoire de Louis XIV: «Ήταν ένας από τους ανθρώπους με την μεγαλύτερη ευφυΐα, ελευθεριακότητα, μεγαλοπρέπεια και τόλμη και ήταν γεμάτος λαμπρές ιδέες, αλλά ίσως το μόνο που ήθελε ήταν να έχει υπό τις διαταγές του γαλλικά στρατεύματα, ώστε να προσπαθήσει να γίνει βασιλιάς μετά τον θάνατο του κυρίου του, τον οποίον και ανέμενε. Ήταν υπερήφανος, σκληρός, ανελέητος και με υπέρμετρη φιλοδοξία. Υποστήριξε την χριστιανική θρησκεία επειδή μπορούσε να τον υποστηρίξει. ‘Ομως, δεν θα τον εμπιστευόμουν ποτέ σε πράγματα που δεν εξασφάλιζαν και το δικό του συμφέρον». Σε κάθε περίπτωση, ο Γεράκης αποτέλεσε μία πολύ ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία, σχεδόν άγνωστη στην γενέτειρά του Ελλάδα, που με τον βίο του φωταγωγεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους της ιστορίας. 

 

Η ερειπωμένη έπαυλη του Κωνσταντή Γεράκη στο Λοπμπούρι της Ταϊλάνδης, η οποία σήμερα αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο. 

 

Πηγές

  • Γεώργιος Σιώρης, Κωνσταντίνος Γεράκης: Ο Έλληνας Πρωτοσύμβουλος στην Αυλή του Σιάμ, Εστία 1993. 
  • Michael Smithies, Itineria Asiatica: Three military accounts of the 1688 "Revolution" in Siam, Orchid Press 2002. 

 

 

Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές δεν υιοθετούνται απαραίτητα από το Κέντρο φ και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.

 

 

 

 

Καθεστώς Μεταξά

 

 

 

Του Θεοχάρη Σιώζου

 

 

 

 

Σκοπός του παρόντος είναι να καταδείξει τη μοναδικότητα από πολιτειολογικής απόψεως του καθεστώτος του Μεταξά. Για να καταστεί αυτό δυνατό αφ’ ενός θα εξεταστούν τα χαρακτηριστικά του καθεστώτος, αφ’ ετέρου θα γίνει μια σύγκριση με καθεστώτα με τα οποία πολύ συχνά το συγκρίνουν, αλλά και, το ταυτίζουν (Χίτλερ, Μουσολίνι, καθεστώς του 1967). Η παράθεση κάποιων σημαντικοτάτων ιστορικών γεγονότων, μακριά από τη λογική της στείρας ιστορικής περιγραφής, θα βοηθήσει στην επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού.

 

 

Ο Μεταξάς εμφανίζεται στο κοινοβουλευτικό προσκήνιο στις 5 Μαρτίου του 1936,όταν και διορίζεται υπουργός Στρατιωτικών για να θέσει υπό τον έλεγχό του την αστυνομία και τους αντιβενιζελικούς αξιωματικούς[1] (ηγείτο του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων ,το οποίο στη Βουλή το 1936 κατείχε 7 έδρες). Στις 14 Μαρτίου ορκίζεται η κυβέρνηση Δεμερτζή, με το Μεταξά στο προαναφερθέν υπουργείο, μέχρι που αίφνης αποβιώνει ο πρωθυπουργός Δεμερτζής (13 Απριλίου) και αναλαμβάνει ο Μεταξάς τον πρωθυπουργικό θώκο. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι σε εκείνη τη Βουλή οι Αντιβενιζελικοί κατείχαν 143 έδρες και οι Βενιζελικοί 141, γεγονός που κατέστησε τη συγκρότηση κυβερνήσεως πολύ δύσκολη. Παρότι ο Μεταξάς ήταν γνωστός Αντιβενιζελικός με αντικοινοβουλευτικές τάσεις, εξασφάλισε ψήφο εμπιστοσύνης από 243 βουλευτές, δηλαδή όχι μόνο από βουλευτές του ιδεολογικού του ¨στρατοπέδου¨, αλλά και από αρκετούς Βενιζελικούς.

Εδώ, από πολιτειολογικής απόψεως, βρίσκεται κάτι μοναδικό. Ο Μεταξάς όχι μόνο εξασφάλισε ευρυτάτη ψήφο εμπιστοσύνης, αλλά και ψήφο εξουσιοδοτήσεως[2].                                                                                                   

Έτσι φαίνεται ότι η κατάλυση της Δημοκρατίας στις 4 Αυγούστου του 1936 είχε νομιμοποιηθεί από τους νομίμους αντιπροσώπους του Έθνους, τους βουλευτές. Είχε δοθεί ¨λευκή επιταγή¨ στο Μεταξά, και αυτός απλά έκανε χρήση του δικαιώματός του. Όπως σημειώνει ο ίδιος[3],παρά το γεγονός ότι το κυβερνητικό πρόγραμμα που έφερε προς ψήφιση ¨είχε ορίζοντα δεκαετίας¨ κατά κάποιους βουλευτές, υπερψηφίσθηκε.                                                                       

Γίνεται ευθύς αμέσως κατανοητό πως δεν μπορούμε να αναφερόμαστε στη διακυβέρνηση του Μεταξά ,από τις 4 Αυγούστου του 1936 μέχρι και το θάνατό του στις 29 Ιανουαρίου του 1941, σε δικτατορία. Ο όρος Πραξικόπημα είναι δόκιμος: Πραξικόπημα, στην Πολιτειολογία θεωρείται η Επανάσταση η οποία συντελείται εκ των άνω, και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είχε ως πρωτεργάτες τον πολιτικό Ι. Μεταξά και το Βασιλιά Γεώργιο Β΄. Λαμβανομένων υπ’ όψιν των γενικοτέρων συνθηκών που επικρατούσαν τότε (ο διαφαινόμενος πόλεμος), το καθεστώς ,θα ήταν δυνατό να ειπωθεί, ότι προσιδιάζει στην Αισυμνητεία. Θα ταίριαζε δε και ο χαρακτηρισμός Πεφωτισμένη Δεσποτεία, σύμφωνα με το μελετητή του Μεταξά, Π. Βατικιώτη[4].

Το καθεστώς οφείλει την ύπαρξή του στο Γεώργιο Β’, δίχως τη σύμφωνη γνώμη(και υπογραφή) του οποίου ουδέποτε θα επεβάλλετο. Φορέας της εξουσίας λοιπόν πλην του εμπνευστή του καθεστώτος, Ι. Μεταξά, ήταν και ο Βασιλιάς. Η σύγκριση με άλλα ¨παρεμφερή¨ καθεστώτα (ο προσδιορισμός χρησιμοποιείται συμβατικά και για την οικονομία του παρόντος) της εποχής δείχνει μια βασική διαφορά: στην Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία και στη Φασιστική Ιταλία οι ηγέτες δε μοιράζονταν με κανένα θεσμό την εξουσία τους. Διανομή της εξουσίας σε περισσότερα του ενός πρόσωπα δεν έχουμε ούτε στην Ελλάδα του 1967-1974, όπου παρά την ύπαρξη της Συμβουλευτικής Επιτροπής και της Επαναστατικής Επιτροπής, τον τελευταίο λόγο πάντοτε είχε ο Γ. Παπαδόπουλος. Η εξουσία του Μεταξά οπότε δεν ήταν απόλυτη και αδιαμφισβήτητη, καθώς, π.χ.,  παρά το γεγονός ότι δεν εκφράστηκε ανοιχτά, υπήρχε εξ αρχής μια υποβόσκουσα διαφωνία των δύο φορέων της εξουσίας σχετικά με τη μονιμότητα ή την παροδικότητα του καθεστώτος.                                                                                   

Σύμφωνα δε με τον καθηγητή Δ. Κιτσίκη[5], ο Γεώργιος Β΄ είχε ¨εκλέξει¨ το Μεταξά, ενώ μπορούσε να τον αντικαταστήσει σε οποιαδήποτε στιγμή( ο σχηματισμός Οικουμενικής κυβερνήσεως είχε προταθεί από το Θ. Σοφούλη, αλλά ο Γεώργιος Β΄ αρνήθηκε).

Κάνοντας μια σύνδεση με την προηγούμενη παράγραφο, πρέπει να αναφερθεί ότι ο Μεταξάς αρνήθηκε να δεχτεί πολιτικούς στην Κυβέρνησή του, παρά τις πιέσεις του Βασιλιά, επιλέγοντας ειδικούς για το κάθε υπουργείο , τεχνοκράτες θα λέγαμε σήμερα (διόρισε υφυπουργό Εργασίας τον αριστερό συνδικαλιστή Αρ. Δημητράτο[6]), καθώς δεν είχε τη στήριξη κάποιου κόμματος και ήθελε να έχει την πιο άμεση δυνατή επαφή με την κοινωνία. Εδώ βρίσκεται μια επίσης τεράστια διαφορά με τα ¨παρεμφερή¨ καθεστώτα: ο Μεταξάς δεν ταύτισε το κράτος με το κόμμα του, όπως ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι. Ο Μεταξάς ήθελε να δίνει υπερκομματική εντύπωση, εξ ου και η πρόταση για ανάληψη της Αντιπροεδρίας της κυβερνήσεως (υπό όρους) στο Σ. Βενιζέλο[7]  το Μάιο-Ιούνιο του 1936,η παράλληλη δίωξη ακραίων αντιβενιζελικών και κομμουνιστών.                                                                                  

Η 4η Αυγούστου δεν είχε κοινωνική βάση και λαϊκή απήχηση, γι’ αυτό και δόθηκε μεγάλο βάρος από το Μεταξά στο ¨καμάρι¨  του, την ΕΟΝ. Μέσω της ΕΟΝ ο Μεταξάς καλλιέργησε το πατερναλιστικό ¨πρόσωπό¨ του. Ο οικειοθελής χαρακτήρας της εισόδου και η αυτονομία της ΕΟΝ που διεκήρυττε ο Μεταξάς, δεν ισχύουν: ο αρχηγός της ΕΟΝ και το πρόγραμμα Σπουδών είχαν καθεστωτική προέλευση, ενώ οι νέοι εδέχοντο πιέσεις και προνόμια για να ενταχθούν[8].Η ΕΟΝ πάντως, πέρα από την ηθική, σωματική ανάπλαση, είχε έναν πρακτικό στόχο σε βάθος χρόνου: τη δημιουργία ενός δεύτερου στρατού των μετόπισθεν[9] για το ενδεχόμενο κατοχής κατά τον επερχόμενο πόλεμο. Η ΕΟΝ ήταν, κατά τρόπο εξώφθαλμο, ένα στοιχείο φασιστικής εμπνεύσεως και θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τη Χιτλερική Νεολαία ή την Μπαλίλα της Ιταλίας (κώδικας ενδυμασίας, χαιρετισμός κλπ). 

Ο Μεταξάς στηρίχθηκε για την επιβολή του στις αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες τα προηγούμενα χρόνια (κυρίως στις κυβερνήσεις Ε. Βενιζέλου) είχαν ασκηθεί στη δίωξη κομμουνιστών, επιδιώκοντας παράλληλα την αποπολιτικοποίηση του Στρατού (καταρρίπτοντας έτσι την ευρέως διαδεδομένη άποψη που θέλει το Μεταξικό καθεστώς να είναι στρατιωτικό).Υπό τη διοίκηση του Μανιαδάκη, τα πάσης φύσεως τμήματα της Αστυνομίας (πλην της αγροφυλακής) ενισχύθηκαν ποσοτικά, και μερικά εξ αυτών και ποιοτικά[10], βελτιώνοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της Αστυνομίας και επιβεβαιώνοντας το χαρακτηρισμό του ¨Αστυνομοκρατουμένου¨ καθεστώτος. Καθώς η Αστυνομία ήταν το μόνο σημαντικό του έρεισμα, ο Μεταξάς βελτίωσε τους μισθούς, τις συντάξεις  κλπ. των αστυνομικών, αλλά όχι μόνο: θέλοντας να ενισχύσουν το κύρος και την πνευματική καλλιέργεια της Αστυνομίας, Μεταξάς και Μανιαδάκης προέβησαν στη μεταρρύθμιση των σχολών εκπαιδεύσεως της Αστυνομίας (πρόγραμμα σπουδών κλπ)[11]. Το καθεστώς έβλεπε την Αστυνομία ως μέσο για την αναμόρφωση της δημόσιας ηθικής και των κοινωνικών αξιών, όμως η βίαιη και καταπιεστική αστυνόμευση, ο ανηλεής πολιτικός διωγμός, η στενή επιτήρηση και ο έλεγχος αφ’ ενός κατέστησαν αντιδημοφιλή την Αστυνομία, αφ’ ετέρου υπονόμευσαν τους σκοπούς της και την όποια ηθική επιρροή του καθεστώτος.                                                               

Στο Στρατό  ο Μεταξάς δεν έχαιρε της ίδιας αξιοπιστίας όπως στην Αστυνομία, αντιθέτως στις τάξεις του Στρατού επικρατούσε μια δυσφορία, ακριβώς λόγω του ¨υποβιβασμού¨ της σημασίας του τελευταίου στο καθεστώς έναντι της Αστυνομίας. Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνουν οι συνωμοσίες που έγιναν στο Στρατό εναντίον του Μεταξά. Η υπόγεια κόντρα μεταξύ Γεωργίου Β΄ και Μεταξά ίσως να συνέβαλε στην υποκίνηση τέτοιων ραδιουργιών κατά του καθεστώτος από ακραιφνείς βασιλικούς αξιωματικούς. Είναι εμφανής σ΄ αυτό το σημείο η διαφορά με τα ¨παρεμφερή¨ καθεστώτα, όπου ο Στρατός ήταν ο κύριος μοχλός τους ˙ περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί πως παρότι πρώην στρατιωτικός ο Μεταξάς δεν εμφανιζόταν ποτέ με στρατιωτική ενδυμασία, εν αντιθέσει με τους Χίτλερ και Μουσολίνι, οι οποίοι, παρότι δεν ήταν στρατιωτικοί πάντοτε εμφανίζοντο με στρατιωτική ενδυμασία.                                                                                      

Ο Μεταξάς δηλώνει[12]  ότι μετά την επιβολή της 4ης Αυγούστου το κράτος απέκτησε βάση αγροτική και εργατική και έγινε κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό. Ο Μεταξάς, προφανώς θεωρώντας τις δύο αυτές ομάδες ¨στυλοβάτες¨ του καθεστώτος, επέδειξε ιδιαίτερη μέριμνα γι΄αυτές (ΙΚΑ, 8ωρο, διαιτησία, συλλογικές συμβάσεις, ρύθμιση αγροτικών χρεών, καθιέρωση 1ης Μαΐου, δημιουργία Εργατικού Κέντρου για τη στέγαση, αναψυχή και τη βελτίωση του πνευματικού επιπέδου των εργαζομένων) κατά τρόπο παρόμοιο, αν όχι ίδιο, όπως και για την Αστυνομία. Τα νομοθετήματα αυτά κατά κύριο λόγο προέρχονταν από παλαιότερες κυβερνήσεις, όμως ο Μεταξάς βρήκε την ευκαιρία να τα εφαρμόσει, δίχως την ¨τροχοπέδη¨ του Κοινοβουλίου˙ η εφαρμογή τους δεν είχε όμως ιδιαίτερο αντίκτυπο[13]. Οι ασθενέστερες τάξεις τύγχαναν μιας προνομιούχου μεταχειρίσεως, εν αντιθέσει με τους πλουτοκράτες οι οποίοι εδέχοντο σκληρούς χαρακτηρισμούς.                      

Εν κατακλείδει, το συμπέρασμα που δύναται να εξαχθεί για τα ερείσματα του καθεστώτος είναι ότι αυτά ήταν περιορισμένα και ασταθούς χαρακτήρα. Η εμφάνιση εμπράκτων αντιθέσεων εκ μέρους των εχθρών του καθεστώτος ίσως απετράπη λόγω του επικειμένου πολέμου [14]

 

Η Εθνική Αναγέννηση και η Εθνική Ενότητα ήταν οι στόχοι του καθεστώτος, κατά το Μεταξά, για την επίτευξη των οποίων στόχων ο ίδιος προέβαλλε τα ιδανικά της Πατρίδας, της οικογένειας και της θρησκείας[15].Στον ίδιο λόγο του, ο Μεταξάς διακηρύσσει ότι το Κράτος και η Εκκλησία ¨πηγαίνουν χέρι-χέρι¨ ώστε να επιτευχθούν οι προαναφερθέντες σκοποί. Η 4η Αυγούστου συνέπραξε με την Εκκλησία και εξύψωσε το ρόλο της, εν αντιθέσει με τα ¨παρεμφερή¨ καθεστώτα Χίτλερ-Μουσολίνι, όπου η θρησκεία καταπολεμήθηκε, ώστε ο αποκλεισμός του Πάπα στο Βατικανό από το Μουσολίνι (συνθήκη Λατερανού 1929) να θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές νίκες που κατήγαγε ο τελευταίος στο εσωτερικό της Ιταλίας. Στην περίοδο 1967-1974 η Εκκλησία συνέπλεε με το καθεστώς, κάτι που θα μπορούσε να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα περί Ελληνικής ιδιομορφίας όσον αφορά στο θέμα της θρησκείας.                                                              

Κατά τον  D.H. Close [16] το σημαντικότερο προσόν του καθεστώτος είναι η αποτελεσματική και μεταρρυθμιστική διοίκηση του κρατικού μηχανισμού. Ο Μεταξάς πίστευε ότι η κοινωνική μεταβολή ήταν αναπόφευκτη, και γι΄ αυτό επιθυμούσε μια κοινωνική μεταρρύθμιση ορθολογική και ελεγχόμενη από το Κράτος, με την αναβίωση της πίστης των Ελλήνων στα παραπάνω ιδανικά˙ με άλλα λόγια, αφ’ ενός ανακατανομή του πλούτου χωρίς να κλονισθούν οι παραδοσιακοί θεσμοί της Ελληνικής κοινωνίας, αφ’ ετέρου διατήρηση ενός βασικά αστικού καθεστώτος[17]. Το κριτήριο για την ένταξη στην αστική τάξη δεν ήταν κοινωνικό-οικονομικό, αλλά η ένταση του εθνικισμού και η πίστη στην παράδοση. Σ΄ αυτήν του την προσπάθεια εντάσσονται τα μέτρα  που αφορούσαν στις εργατικές τάξεις. Παράλληλα, ο Μεταξάς στόχευε και στη διοικητική αποκέντρωση, ώστε ¨υγιή κέντρα τοπικής ζωτικότητας, πολιτισμού και πλούτου οικοδομούνται στις επαρχίες¨[18]. Εδώ, κατά τον Κ. Σαραντή[19], έγκειται η σημαντικότερη καινοτομία του καθεστώτος: το καθεστώς προωθούσε ένα σχέδιο για τη σταδιακή οργάνωση όλων των παραγωγικών τάξεων σε συνεταιρισμούς, ξεκινώντας με την προώθηση των ενεργών αγροτικών συνεταιριστικών μονάδων, ώστε να δημιουργηθεί ένα σύστημα αντιπροσωπεύσεως, με απώτερο στόχο ένα είδος συνεταιριστικού κράτους. Ίσως η επιλογή των υπουργών του κατά τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω να εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο αυτού του σχεδίου. Η έντονη αντίθεση του Γεωργίου Β΄ και η εξωτερική κρίση ώθησε στην αναβολή του σχεδίου αυτού.                                                                                                         

Η διακήρυξη των στόχων αυτών όπως και η δημιουργία του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού(προφανής η ομοιότητα με το Τρίτο Ράιχ του Χίτλερ) θα συνηγορούσαν στο ότι το καθεστώς, από κοινωνιολογικής απόψεως, έτεινε να μετεξελιχθεί σε ¨Επανάσταση¨. Όμως, καθώς δεν προέβη σε διοικητική αναδιοργάνωση, θεσμική ανάπλαση, νέα συνταγματική οργάνωση και αναδιάρθρωση της οικονομίας το καθεστώς παρέμεινε μια ελλιπής και μερική ¨επανάσταση¨[20].  Στους περισσοτέρους εξ αυτών των τομέων ο Μεταξάς δεν προχώρησε σε βαθειές τομές, αλλά, θα λέγαμε, σε βελτιωτικές κινήσεις.  Η ρευστότητα της περιόδου δεν επέτρεψε στο Μεταξά  να ολοκληρώσει τις ιδέες του για τη δημιουργία του Νέου Κράτους του. Πάντως φαίνεται πως ο Μεταξάς θεωρούσε ότι δεν έφερε εις πέρας το έργο του, καθώς άφησε πίσω του την πολιτική του διαθήκη όπου περιέγραφε ένα Κράτος, η ανάλυση του οποίου δεν είναι της παρούσης.

Το κυριότερο χαρακτηριστικό της 4ης Αυγούστου υπήρξε ότι ήταν ένα προπαρασκευαστικό για πόλεμο καθεστώς, ένα στην ουσία Πολεμικό Καθεστώς[21]. Κατά πολλούς δε, η αιτία επιβολής της 4ης Αυγούστου ήταν η προοπτική εμπλοκής στο διαφαινόμενο πόλεμο, όπου μια συγκεντρωτική εξουσία εθεωρείτο πιο ταιριαστή. Εδώ η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες για το ¨σκοπό¨ (τέλος) βοηθά στην εξαγωγή συμπερασμάτων: όπως είδαμε στην παραπάνω ενότητα, οι κοινωνικοί/οικονομικοί/πολιτικοί στόχοι του Μεταξά ¨υποκλίθηκαν¨ μπροστά στον επικείμενο πόλεμο, και κύριος στόχος έγινε η προπαρασκευή γι΄ αυτόν. Καθώς εξεπλήρωσε το στόχο του, κατά τρόπο παροιμιώδη,  το καθεστώς κατέρρευσε. Έφτασε στο ¨τέλος¨ του. Του λόγου το αληθές αποδεικνύει το γεγονός πως η 4η Αυγούστου δε μνημονεύεται για κανένα (ως επί το πλείστον) από τα κατορθώματά της στον κοινωνικό/οικονομικό/πολιτικό τομέα, αλλά γιατί είπε το περίφημο ¨Όχι¨. Υπάρχει η άποψη πως το καθεστώς θα είχε περάσει στη λήθη εάν δεν απαντούσε ηρωικά στο τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου, κάτι που δε δυσκολεύεται να πιστέψει κανείς.                   

Στις προηγούμενες παραγράφους, σημαντική έκταση κατελήφθη από τις προσωπικές επιλογές του Μεταξά. Το γεγονός αυτό εξηγείται από τον εξής λόγο: η 4η Αυγούστου ήταν καθεστώς προσωποπαγές. Ο ίδιος ο Μεταξάς έγραφε[22] ¨Για τα εσωτερικά μας όσο ζω θα είναι στερεά. Άμα πεθάνω; Ιδού το ζήτημα! Αλλά δεν υπάρχει λύσις. Οι θεσμοί δεν αντικαθιστούν τα άτομα¨. Ο προσωποπαγής χαρακτήρας του καθεστώτος φαίνεται και από το ότι δεν ορίσθηκε διάδοχος του Μεταξά απ΄ αυτόν , ενώ ο θάνατός του βοήθησε ώστε να ¨εκπνεύσει¨ μαζί του και το καθεστώς ¨του¨. Ο ίδιος[23] πίστευε ότι των δικτατοριών έπεται το χάος, λόγω ακριβώς αυτής της στενής συνδέσεως μεταξύ δικτατορίας-δικτάτορος. Η επικρατούσα άποψη στην Ελλάδα σχετικά με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είναι ότι αυτό υπήρξε ένα φασιστικό καθεστώς. Στις προηγούμενες παραγράφους έγιναν κάποιες συγκρίσεις μεταξύ της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, της φασιστικής Ιταλίας και της Ελλάδας της περιόδου 1967-1974 με το Μεταξικό καθεστώς, και βρέθηκαν άλλοτε ομοιότητες και άλλοτε διαφορές.

Στα πλαίσια όμως της περιγραφής των εξωτερικών-πολιτικών χαρακτηριστικών της 4ης Αυγούστου πρέπει να δοθεί μια ξεκάθαρη απάντηση αν όντως το Μεταξικό κράτος ήταν κράτος φασιστικό.                                                                 Τα κοινά στοιχεία του Μεταξά μ΄ αυτά του εθνικοσοσιαλισμού-φασισμού (πλην των όσων έχουν ήδη καταγραφεί) είναι τα εξής:

  • έλεγχος του Τύπου,
  • το έθνος είναι το υπέρτατο αγαθό,
  • ταύτιση έθνους-κράτους,
  • υποταγή του ατομικού συμφέροντος στο συμφέρον του συνόλου,
  • αντικομμουνισμός,
  • αντικοινοβουλευτισμός,
  • επικλήσεις περί ενός ηθικού αντί-ατομικιστικού πολιτισμού (Stato Etico του Μουσολίνι),
  • ύπαρξη Ταγμάτων Εργασίας (τα οποία αργότερα συγχωνεύθηκαν με την ΕΟΝ, όπως και οι Πρόσκοποι).[24]

 

Ο Μεταξάς διεκήρυττε ότι αναζητούσε τη βάση των πολιτικών θεσμών του στην Αρχαία Σπάρτη, η οποία (αναχρονιστικά) έχει χαρακτηριστεί ως πολιτεία εθνικοσοσιαλιστική. Ίσως λόγω τούτου υπάρχουν αυτές οι ομοιότητες. Ένα  παράδειγμα μπορεί να θεωρηθεί η ίδρυση της ΕΟΝ, και δη η συμμετοχή κοριτσιών σ΄ αυτήν, τα οποία παρομοιάζονται με Σπαρτιάτισσες που ασκούνται στο ακόντιο(2ο τεύχος του περιοδικού της ΕΟΝ, οπισθόφυλλο).                                                           

Τα κοινά στοιχεία όμως είναι εντελώς επιφανειακά, καθώς δεν προήλθαν ως αποτελέσματα της εφαρμογής μιας ιδεολογίας, αλλά περισσότερο είναι προϊόντα μιμήσεως του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού εκ μέρους του Μεταξά. Οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των καθεστώτων που συγκρίνονται εδώ είναι περισσότερες και σημαντικότερες.                                                                                                                    

Πλην των ήδη αναφερθεισών διαφορών, υπάρχουν και πολλές άλλες. Η πιο σημαντική εξ αυτών είναι ότι στα άλλα ολοκληρωτικά κράτη επεβλήθη μια μονολιθική επίσημη κοσμοθεωρία η οποία έκανε την εμφάνισή της σε κάθε έκφανση της ζωής του ανθρώπου. Οι θεωρίες αυτές, που έμοιαζαν με θρησκευτικό δόγμα ουδέποτε υιοθετήθηκαν από την 4η Αυγούστου, πέρα από κάποια ρητορικά σχήματα[25]. Παράλληλα, τα ολοκληρωτικά αυτά καθεστώτα διεκρίνοντο από μια επιθετική εξωτερική πολιτική, ενώ η 4η Αυγούστου πάσχιζε να διατηρήσει σχέσεις καλής φιλίας με γείτονες χώρες και να αποφύγει την εμπλοκή στον πόλεμο (η απόκρυψη του βομβαρδισμού του υποβρυχίου¨ Έλλη¨), χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι δεν είχε κάνει τις απαραίτητες ετοιμασίες για την είσοδο στον πόλεμο. Βέβαια ούτε το καθεστώς του Φράνκο εισήλθε στον πόλεμο, παρότι είχε εδραιωθεί με τη βοήθεια του Χίτλερ και του Μουσολίνι (καθιστώντας έτσι την ιδεολογική συγγένεια αδιαμφισβήτητη) και έτσι δεν μπορούμε να μιλάμε για ιδιαιτερότητα του Μεταξικού καθεστώτος επ΄ αυτού. Ο Μεταξάς ίσως εδέχετο τη σύγκριση με το καθεστώς του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία[26].Ο διωγμός των Εβραίων, για τον οποίο έγιναν γνωστά τα καθεστώτα Χίτλερ και Μουσολίνι, επίσης δεν ευδοκίμησε στην  Ελλάδα.          Πρέπει να επισημανθεί πάντως πως και μέσα στην κυβέρνηση Μεταξά υπήρχαν και εθνικοσοσιαλιστές, θιασώτες του Γερμανικού καθεστώτος οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν να ασκήσουν σημαντική επιρροή επί του χαρακτήρα του καθεστώτος (λόγω της προσωποπαγούς συγκροτήσεώς του), ενώ ο Μεταξάς δε δίστασε να διώξει από την κυβέρνησή του τον πλέον φανατικό εθνικοσοσιαλιστή, Θ. Σκυλακάκη. Επίσης υπήρχαν κάποιες φασιστικές οργανώσεις στην Ελλάδα(Εθνική Ένωση Ελλάδας, Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Γ. Μερκούρη, Σιδηρά Ειρήνη, Εθνικο-Σοσιαλιστικό Κόμμα Μακεδονίας Θράκης, Παμφοιτητικός  Σύλλογος)[27], ωστόσο δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να συνδέει το Μεταξά μ΄ αυτές. Είναι φανερό ότι ουδεμία ουσιαστική σχέση είχε το καθεστώς (ούτε ο Μεταξάς)με τον εθνικοσοσιαλισμό-φασισμό και τα ¨παρεμφερή¨ αυτά καθεστώτα, όπως παρατηρεί και ο Σπ. Μαρκεζίνης[28], και ότι οποιαδήποτε χαρακτηριστικά είχαν κοινά μπορούν απλά να χαρακτηρισθούν χαρακτηριστικά κάθε συγκεντρωτικής και απολυταρχικής εξουσίας. Τη μη ιδεολογική συνάφεια κατέδειξε δε η ¨αντίφαση¨ της αντίθεσης του Μεταξά στον Άξονα. Κατά τον Α. Κανελλόπουλο[29] (ο οποίος υποστηρίζει το μεταβατικό χαρακτήρα του καθεστώτος) η 4η Αυγούστου ¨κατέληξε να καταστεί έμπρακτη άρνηση και των τριών μορφών του ολοκληρωτισμού: του μαρξιστικού, του φασιστικού και του εθνικοσοσιαλιστικού. ¨Κατά τον Π. Σιφναίο[30] η 4η Αυγούστου στάθηκε το πιο ήμερο της ¨εποχής των δικτατοριών¨ καθεστώς.                                    

Σύμφωνα με τον Κ. Σαράντη[31],  χαρακτηριστικά του Μεταξικού καθεστώτος όπως ο σαφής λαϊκισμός στην πολιτική και στην ιδεολογία, ο αγωνιστικός εθνικισμός με στόχο την αναγέννηση του Έθνους, η απουσία κυβερνητικού κόμματος σύμφωνα με τη θέση ότι ¨κόμμα είναι όλος ο λαός¨ και η συνακόλουθη αντίθεση στον κοινοβουλευτισμό, καθώς αυτός διασπά το Έθνος και ο πολιτικός και κοινωνικός ριζοσπαστισμός παραπέμπουν περισσότερο σε μια Νέα Δεξιά παρά σε μια παραλλαγή του φασισμού.                                                                                                                                                                                                                                   

Το καθεστώς του Μεταξά είναι ό,τι πιο κοντινό έχει γνωρίσει η Ελλάδα στο φασισμό, χωρίς όμως όπως φάνηκε  να ολοκληρώνεται αυτή η ¨πορεία¨ προς τον  εκφασισμό. Όπως σημειώνει ο Π. Βατικιώτης[32], οι κατηγορίες περί φασιστικού χαρακτήρα του καθεστώτος (από το συγγραφέα της Αριστεράς Σπ. Λιναρδάτο και το Γ. Ανδρικόπουλο π.χ.) είναι έωλες. Και συνεχίζει λέγοντας ότι οι κατήγοροί του δεν μπορούν να τα έχουν όλα, γιατί συγχρόνως κατηγορούν το Μεταξά ότι ήταν φερέφωνο του Βασιλιά και τίποτα παραπάνω, τον οποίο όμως θεωρούσαν αντιφασίστα και πράκτορα των Άγγλων. Σύμφωνα πάλι με τον Π. Βατικιώτη[33], ο Μεταξάς σκόπευε να εγκαθιδρύσει μια φιλολαϊκή απολυταρχία στην Ελλάδα, γεγονός που καθιστά τη διακυβέρνησή του εντελώς ξεχωριστή και διαφορετική απ΄ όλα τ΄ άλλα καθεστώτα.

 

Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές δεν υιοθετούνται απαραίτητα από το Κέντρο φ και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Πολιτική Βιογραφία του Ι. Μεταξά, Π. Βατικιώτης
  2. Ο Μεταξάς και η Εποχή του, Συλλογικό Έργο
  3. 4η Αυγούστου-21η Απριλίου, Συγκριτική Μελέτη, Μάνος Χατζηδάκης
  4. Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος, Σπ. Μαρκεζίνης
  5. Το Ημερολόγιο Του Μεταξά
  6. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς

 

[1] Ο Μεταξάς και η εποχή του ,Τα ερείσματα της δικτατορίας του Μεταξά,D.H. Close σελ. 23

[2] Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς έκδοση 1963,τόμος 9,σελ. 1043

[3] Λόγοι πρώτης τριετίας, σελ. 506-507

[4] Μια πολιτική βιογραφία του Ι. Μεταξά, σελ. 44

[5] Ιστορία του Ελληνοτουρκικού Χώρου 1928-1973, σελ. 83

[6] Συγκριτική Μελέτη 4ης Αυγούστου-21ης  Απριλίου, Μ. Χατζηδάκης, σελ 164-165

[7] Πολιτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος, Τόμος 4, Σπ. Μαρκεζίνης, σελ. 342

[8] Πολιτική Βιογραφία του Μεταξά, Π. Βατικιώτης, σελ. 345

[9] Γ. Κάρτερ(στέλεχος της ΕΟΝ), Ελεύθερος Κόσμος, 26/10/2008

[10] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Τα ερείσματα της δικτατορίας του Μεταξά, D.H. Close, σελ. 33

[11] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Τα ερείσματα της δικτατορίας του Μεταξά, D.H. Close, σελ. 34

[12] Ημερολόγιο του Μεταξά, τόμος Στ΄, σελ. 552-554

[13] [13] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Η Ιδεολογία και ο Πολιτικός Χαρακτήρας του Καθεστώτος Μεταξά, Κ. Σαράντης, σελ. 58

[14] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Τα ερείσματα της δικτατορίας του Μεταξά, D.H. Close, σελ. 43

[15] Λόγος Μεταξά ενώπιον γονέων και δασκάλων, 19 Οκτωβρίου 1939

[16] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Τα ερείσματα της δικτατορίας του Μεταξά, D.H. Close, σελ. 44

[17] Πολιτική Βιογραφία του Μεταξά, Π. Βατικιώτης, σελ. 374

[18] Μεταξά, Λόγοι, τόμος 1, σελ. 247-255, 258-267

[19] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Η Ιδεολογία και ο Πολιτικός Χαρακτήρας του Καθεστώτος Μεταξά, σελ. 53

[20] Συγκριτική Μελέτη 4ης Αυγούστου-21ης  Απριλίου, Μ. Χατζηδάκης, σελ. 150-153

[21] Συγκριτική Μελέτη 4ης Αυγούστου-21ης  Απριλίου, Μ. Χατζηδάκης, σελ. 193

[22] Ημερολόγιο του Μεταξά, τόμος 4, σελ. 467

[23] Άρθρο του Μεταξά στην ¨Εφημερίδα των Ελλήνων¨ , 29/7/1935

[24] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Η Ιδεολογία και ο Πολιτικός Χαρακτήρας του Καθεστώτος Μεταξά, Κ. Σαράντης, σελ. 64-65

[25] Συγκριτική Μελέτη 4ης Αυγούστου-21ης  Απριλίου, Μ. Χατζηδάκης σελ. 188

[26] Ημερολόγιο του Μεταξά, σελ. 655

[27] Γ. Ανδρικόπουλος, Οι Ρίζες του Ελληνικού Φασισμού, σελ. 56-57

[28] Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος, τόμος 1, σελ. 15

[29] Ο Α. Κανελλόπουλος ήταν Αρχηγός της ΕΟΝ. 4η Αυγούστου και 28η Οκτωβρίου, Αλέξης Ελικιώτης(ψευδώνυμο του Α. Κανελλοπούλου), σελ. 35-36

[30] Ι. Μεταξά – το προσωπικό του Ημερολόγιο τόμος 7, σελ 252

[31] Ο Μεταξάς και η εποχή του, Η Ιδεολογία και ο Πολιτικός Χαρακτήρας του Καθεστώτος Μεταξά, σελ. 71

[32] Πολιτική Βιογραφία του Μεταξά, σελ. 345,348

[33] Πολιτική Βιογραφία του Μεταξά, σελ. 25

Ο ιστοχώρος μας χρησιμοποιεί Cookies για την εύρυθμη λειτουργία του και για την καλύτερη πλοήγησή σας.

Διαβάστε περισσότερα

Συμφωνώ